Skip to Content

Search: {{$root.lsaSearchQuery.q}}, Page {{$root.page}}

Εξέγερση / Revolt

Εξέγερση: Η ρήξη με την παράδοση και η σύγκρουση με την εξουσία

Η Έδρα Κ. Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν καλεί Έλληνες ποιητές να συμμετάσχουν σε μια συλλογή σύντομων δοκιμίων στην καινούργια ιστοσελίδα της  με θέμα το εξεγερτικό πρόταγμα και φαινόμενο .  Η πρόσκληση απευθύνεται προσωπικά σε συγκεκριμένους ποιητές που εμφανίστηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα και των οποίων το έργο αποτυπώνει εγρήγορση για την έννοια της εξέγερσης. 

- Επιμέλεια Βασίλη Λαμπρόπουλου

Περιγραφή του συλλογικού έργου

Θέμα:  Η ριζική ρήξη με τις αξίες και ιεραρχίες μιας κανονιστικής παράδοσης, η ρητή σύγκρουση με την εξουσία που ασκεί αυτή η παράδοση, και η διεκδίκηση αυτονομίας και ισονομίας.  Μια εξουσιαστική παράδοση μπορεί να είναι πολιτική, κοινωνική, εθνική, θρησκευτική, λογοτεχνική, αισθητική κλπ.  Η εξέγερση εκφράζεται ως σύγκρουση με το ισχύον και το κρατούν, όχι ως αμφισβήτηση ή αναθεώρηση (γενεών, κανόνων, σχολών κλπ.).  Η εξέγερση είναι εκρηκτική, κι όχι υποχρεωτικά επαναστατική:  εκπυρσοκροτεί και καταρρίπτει, δεν είναι απαραίτητο να επιδιώκει ή να μπορεί να οικοδομήσει ένα νέο σύστημα.  Παραδείγματα εξέγερσης:  «Κίνημα πλατειών», «κίτρινα γιλέκα», αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις φύλλου, Occupy/Black Lives Matter/Antifa, post-anarchism, post-structuralism, post-colonialism, avant-garde.

Διακύβευμα:  Σε μια εποχή απομάγευσης και απομάκρυνσης της επανάστασης, είναι σήμερα η εξέγερση δυνατή;  Αν ναι, με ποιους όρους;  Αν όχι, λόγω ποιών συνθηκών;  Τα κείμενα μπορούν να αναφερθούν στην εξέγερση γενικά ή σε ένα συγκεκριμένο είδος της (τάξης, φύλλου, φυλής, τέχνης, σκέψης) που προέχει ή επείγει (αποφεύγοντας γενικεύσεις του τύπου: ποίηση είναι αμφισβήτηση είναι πολιτική είναι εξέγερση είναι ελευθερία κ.ο.κ.).

Συνεργάτες:  Πολλοί καινούργιοι Έλληνες ποιητές αυτής της περιόδου και του κλίματος αντιστάθηκαν ταυτόχρονα στην ποιητική και ιδεολογική κρίση του τέλους του 20ου αιώνα.  Αντί να πενθήσουν την απώλεια της επανάστασης, ή έστω της άμεσης προοπτικής της, και να καταφύγουν στον ρεαλισμό, την παράδοση ή την εσωστρέφεια, όπως τόσοι αριστερόφρονες πριν από αυτούς, παραμένουν μελαγχολικά εστιασμένοι στη δυνατότητα της εξέγερσης, στη συγκρουσιακή κουλτούρα και πολιτική.  Μετά την χρεωκοπία σε πολλά πεδία, συνεχίζουν να ασκούνται σε πρακτικές ελευθερίας.

Οι προσκλήσεις γίνονται σταδιακά και τα κείμενα αναρτώνται με τη  σειρά που λαμβάνονται.  H σειρά πρόσκλησης/ανάρτησης είναι περιστασιακή, όχι αξιολογική. Θερμές ευχαριστίες στον Μάριο Εμμανουηλίδη και τον Δημήτρη Σταματόπουλο.

Αλέκος Λούντζης: «Γεώτρηση»

 

Αλέκος Λούντζης*

 

Γεώτρηση

 

Οι υφαντουργοί ξηλώνουν νήματα κι ανακατεύουν μείγματα. Οι μαριονέτες συλλέγουν πόρους και δεδομένα σαν αυτόματα. Εμείς ενοικούμε σε προσωρινά καταλύματα σαν να ήταν παντοτινή εστία, ενώ τριγύρω πληθαίνουν όσες και όσοι δεν έχουν ούτε άσυλο ούτε επιλογή.

Την ώρα που η συνέλευση πολυκατοικίας, η τελευταία νόμιμη συνέλευση, επιχειρεί να καταλήξει σ’ έναν «έντιμο συμβιβασμό» για τα κοινόχρηστα, ο αόρατος διαχειριστής κλείνει οριστικά τον γενικό του νερού. Είναι ακριβώς η στιγμή που εύχονται να πρόκειται για κάποια περίτεχνη μεταφορά –για την ασφαλισμένη εργασία, πολιτικά δικαιώματα, στοιχειώδη ιδιωτικότητα– ή εύχονται να έμεναν κάπου αλλού· να γίνει η επόμενη βροχή χείμαρρος αντί για σταγονίδια που σηκώνουν φράχτες και σπέρνουν καταυλισμούς ή φυλακές.

 

Κάποιες ευχές όταν παραδιαψεύδονται γίνονται πράξεις. Ανώνυμες ή με ονοματοδοσία ροής, στην ανάγκη της στιγμής, χωρίς ορατό μέλλον στο αχώνευτο παρόν. Δεν προετοιμάζονται, ξεσπούν, για μια πληγή που κακοφόρμισε ή για όλα ταυτοχρόνως, για το χυμένο αίμα ή το χαμένο νόημα.

 

H επόμενη εξέγερση θα γίνει για το νερό.

Η λειψυδρία είναι παράξενα εξισωτική συνθήκη, λειτουργεί μεταφορικά αλλά σκληραίνει απότομα ως κυριολεξία. Το συλλογικό υποκείμενο συγκροτείται ενόσω αποψιλώνεται. Ο αιθέριος ναρκισσισμός των δικτύων βγάζει ρίζες στις ρωγμές του οικοσυστήματος, που πλέον καταπίνει και πλειονότητες. Οι όροι της σύγκρουσης εξαρτώνται απ’ τους διαθέσιμους ορούς και τη διανομή τους σε τάξεις, φύλα, κράτη ή διαμερίσματα της ίδιας οικοδομής. Σε κάθε επόμενη στροφή, το μέσα και το έξω θα μοιάζουν όλο και περισσότερο σχετικές έννοιες αντί στεγανά· αυτή τη φορά όλες οι ουμανιστικές έννοιες είναι απέναντι στο κυρίαρχο υπόδειγμα. Γιατί ακόμη κι αν δεν δημιουργήσουμε ούτε δείγμα ανατροπής ή έστω μιας ανακαίνισης, αυτό δεν σημαίνει ότι θα καταπιούμε αδιαμαρτύρητα τις τελευταίες στεγνές μπουκιές, των άλλων μα κυρίως τις δικές μας, στους 4 τοίχους. Οι μάχιμες γενιές ενοίκων ξέρουν από ξεροσφύρι όχι από ξηρασία.

Όσους δεν χτύπησε ακόμη κάποια διασπορική καταιγίδα, θα μας ραντίσει με οργή η τελευταία γουλιά· ο αποκλεισμός είναι διαχρονικά επιτελεστικός. Θα μας στοιβάξει στον προθάλαμο της ερήμου. Θα κοιταζόμαστε στα χείλη και στις βουβές προτεραιότητες. Θα βγάζουν μάτι εκείνες που στο σβήσιμο του προηγούμενου αιώνα θωρούσαμε είτε απολίτικη οικολογία είτε ζωηρή φαντασία. Κάποια στιγμή, για έναν απ’ όλους τους λόγους, θα γινόταν· εξελίσσεται κατακλυσμιαία ίσως για αυτήν ακριβώς την υπεροψία[1].

H ερχόμενη εξέγερση θα είναι στοιχειώδης στα ζητούμενα, ρευστή στη γεωγραφία και στην ανθρωπολογία της. Η αντίστροφη μέτρηση δεν αφορά πια κάποιον τροπικό παραπόταμο, αλλά την πυρηνική κοίτη. Δεν είναι ντοκιμαντέρ για ηπείρους που ράβονται τα ρούχα μας αλλά παγωμένο πλάνο από παραλίες που εμείς βρέξαμε τα πόδια μας κι άλλοι ξεβράστηκαν απ’ το κύμα. Οι «κοινωνίες πολυτελούς ενυδάτωσης» έχουν συγκαεί από την εστίαση στο δικό τους παρόν και την απώθηση των ρημαγμένων. Εφεξής, οι ετικέτες στα μπουκάλια θα εξηγούν πώς άδειασαν. Οι επόμενοι κοσμοπολίτες θα παραλάβουν ένα πεδίο που κανείς δεν επιθυμεί να περιηγηθεί.  Οι μεγάλες διακρίσεις θα στέκουν λιγότερο σύνθετες και διαμεσολαβημένες: διψασμένοι κι ανυποψίαστοι. Κι αυτοί, όμως, όταν αφυδατωθούν θα μπουν στο νόημα. Η εξέγερση που κοχλάζει μοιάζει με γεώτρηση σ’ έναν κόσμο που δεν προδίδει πλέον προσδοκίες αλλά τα ίδια του τα θεμέλια, τα τελευταία κοινά.

Συγγραφέας, νομικός, κοινωνικός ανθρωπολόγος, Διοικητικός Διευθυντής Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Ενηλίκων Π. Σακελλαρόπουλος

 

[1] Γιατί ποιος περίμενε να επανέλθει στη δημόσια συζήτηση ο πάστορας King ενόψει εκλογών του 2020 στις ΗΠΑ ή ν’ αποκτήσουν σήμανση κατεπείγοντος οι post-colonial studies 60 χρόνια μετά Της Γης τους κολασμένους (Fanon, Frantz, The Wretched of the EarthLes Damnés de la Terre–, 1961) και 40 από τον Οριενταλισμό (Said, Edward W., Orientalism, 1978).

Κωνσταντίνα Κορυβάντη: «Radix: 14 αντί-θέσεις για την συναίνεση»

 

Κωνσταντίνα Κορυβάντη*

 

Radix: 14 αντί-θέσεις για την συναίνεση

 

1.      Radix, λατινικά για τη ρίζα. Αναφορά στο πρωταρχικό. Στην πηγή των πραγμάτων και τον τρόπο αντιμετώπισής  τους.

2.      Τρόπο ριζοσπαστικό. Με την ριζοσπαστικότητα να γίνεται δυνατότητα μετασχηματισμού της κοινωνίας στον άξονα πολιτικού/αισθητικού.

3.      Η τέχνη για να είναι ριζοσπαστική, κατά Krzysztof  Ziarek, οφείλει να στραφεί στις ρίζες της εμπειρίας. Μιλώντας για νεοελληνική ποίηση, ποιες είναι οι ρίζες και τί σημαίνει το πλησίασμά τους;

4.      «Τι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου/ όταν οι ρίζες μου απαγχονίστηκαν στον ουρανό/ και το άγριο χώμα προχωράει και σφίγγει όλο και πιο στενά / το Μισολόγγι», γράφει ο Βύρωνας Λεοντάρης (Μόνον διά της λύπης, 1976).

5.      Εκφράζοντας έναν απολογισμό τόσο για την ποιητική μας παράδοση (και τον εθνικό χαρακτήρα της, βλ. αναφορές στον Σολωμό) όσο και για την κοινωνική λειτουργία της ποίησης. Το ρόλο του ποιητή και το χαμένο όραμα της αριστεράς του μεταπολεμικού και μεταπολιτευτικού ελληνικού κόσμου μετουσιώνοντας σε ποιητικό λόγο τις θέσεις του δοκιμίου του «Για την ποίηση της ήττας» (1964).

6.      Διατρέχοντας τα πέντε στάδια του πένθους (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση) μεταβαίνουμε από την κατάθλιψη στην αποδοχή ή αλλιώς από την αριστερή μελαγχολία στην συναίνεση.

7.      Την αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού ακολουθεί η ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος, που από το 1990 και μετά δεν αναγνωρίζει κοινωνικές συγκρούσεις με πρόσημο αριστεράς/δεξιάς. Επομένως, τί τέχνη κάνει, τί ποίηση γράφει η γενιά της συναίνεσης, του πολιτικού consensus;.

8.       Ας μου επιτραπεί η εισαγωγή του όρου «ποίηση της συναίνεσης» με αφετηρία την μετά-γκραμσιανή θεωρητικό Chantal Mouffe.

9.      Η Mouffe επιζητά την επαναφορά της αντιπαλότητας στην πολιτική. Τον «αγωνισμό» και μία «συγκρουσιακή συναίνεση», ομόφωνη στις δημοκρατικές αρχές, συγκρουσιακή στις ερμηνείες.

10.  Στην κεντρώα συνθήκη του τρίτου δρόμου, των ίσων αποστάσεων, ποιες δυνατότητες ρήξης και καλλιτεχνικής παρέμβασης στον εξουσιαστικό λόγο υπάρχουν ή μπορούν να υπάρξουν για τους δημιουργούς των πρώτων δεκαετιών του 2000 και σε ποιο κοινό απευθυνόμαστε;

11.  Σε ένα κοινό που έχει απαξιώσει την πολιτική διαμάχη, έχοντας βιώσει τη μνημονιακή δεκαετία της μοναδικής λύσης και της μηδενικής εναλλακτικής. Με άλλα λόγια το περίφημο «τέλος της ιδεολογίας» πόσο χρόνο ζωής δίνει στην ποίηση; Μπορεί η ποίηση να είναι κοινωνικά αναγώγιμη, επαναφέροντας το φαντασιακό στην δημόσια σφαίρα; Θα μπορούσε να μεταβολίσει τις ατομικές εμπειρίες σε συλλογικό πάθος, σε εξέγερση;

12.  Κι εδώ επιστρέφουμε στις ρίζες της νεοελληνικής ποίησης και την ανάγκη για προγραμματική μετά-ανάγνωση της κλασσικής γραμματείας, του δημοτικού τραγουδιού και της σολωμικής πρόσληψης σχεδόν 200 χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση. Μία διαλεκτική πλαισιωμένη με κριτικό, δοκιμιακό λόγο.

13.  «Αλλά εσύ γενιά του αιώνα/ τραγούδα μην κρεμάς τα όργανα σου στις ιτιές/ και μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου/ τίποτε μη μνησθείς / περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα/ σε γήπεδα πλατείες και στρατόπεδα» γράφει πάλι ο Λεοντάρης  χρόνια μετά στο «Έως» (2003).

14.  Κι εμείς σιγοτραγουδάμε. Έναν σκοπό ακατάληπτο. Όπως το σιωπηλό ενδεχόμενο της ριζικής αλλαγής ή τον συριγμό μίας τέχνης αμήχανης στην επικράτεια του κυνικού πραγματισμού, της ευρείας όσο και άνευρης συναίνεσης. Παραφράζοντας τον Σεφέρη της «Τελευταίας Μέρας»: ούτε γρέγος ούτε σιρόκος η μόνη απόφαση που ακούστηκε.

Ποιήτρια, κριτικός

Θωμάς Τσαλαπάτης: «Από την ποιητική της εξέγερσης στην εξέγερση της ποιητικής»

 

Θωμάς Τσαλαπάτης*

 

Από την ποιητική της εξέγερσης στην εξέγερση της ποιητικής

 

Η εξέγερση είναι ο τρόπος που έχει ο κόσμος να υπενθυμίζει στον εαυτό του πως είναι νέος. Πως κάθε τι είναι δυνατό και πως κάθε τι ειπωμένο μπορεί να ειπωθεί εξαρχής. Οι άνθρωποι της κρίσης είναι οι κληρονόμοι ενός ληγμένου μέλλοντα. Ενός πλέγματος βεβαιοτήτων το οποίο κατέρρευσε εκκωφαντικά στους πρώτους ελάχιστους τριγμούς. Κληρονόμοι μιας πλαστικής υπόσχεσης εντός της οποίας διαμόρφωσαν την ταυτότητά τους. Μα όταν η υπόσχεση καταπατήθηκε η ταυτότητα άδειασε. Οι κληρονόμοι έπρεπε να προσδιορίσουν τον εαυτό τους εξαρχής. Αυτό που έφερε η κρίση είναι η απόλυτη ρευστοποίηση των βεβαιοτήτων. Αρχικά των οικονομικών βεβαιοτήτων και στη συνέχεια των πολιτικών, των κοινωνικών και τελικά των αισθητικών και ταυτοτικών. Η εξέγερση στο ελληνικό της πρόσφατο παράδειγμα -ο Δεκέμβρης του 2008, οι μεγάλες πορείες της κρίσης, το κίνημα των πλατειών και οι τοπικές κινήσεις, τα συλλαλητήρια γύρω από το δημοψήφισμα του 2015- δεν αποτέλεσε μόνο τρόπο διεκδίκησης αλλά ταυτόχρονα αναζήτηση τόσο της διεκδίκησης αυτής όσο και του υποκειμένου που διεκδικεί. Πολλαπλοί μετασχηματισμοί σε διαφορετικά επίπεδα, επαναπροσδιορισμός της επιθυμίας, του κοινωνικού δεσμού, του συλλογικού φαντασιακού.

Η ποίηση έρχεται να συναντήσει την εξέγερση στην έμπρακτη λειτουργία της. Αποκομμένη από την παράδοση -αλλά χωρίς να την αγνοεί- αποτελεί γλωσσική διεκδίκηση και ταυτόχρονη προσπάθεια προσδιορισμού της διεκδίκησης αυτής ακριβώς κατά τη στιγμή της δημιουργίας της. Η ποίηση είναι και αυτή μια συμφωνία ρευστότητας. Μια αλληλουχία παραδοχών και αναίρεσης τους. Παραδοχή πρώτη: η γλώσσα είναι το μόνο εργαλείο που έχουμε για να αντιληφθούμε τον κόσμο. Παραδοχή δεύτερη: το εργαλείο αυτό είναι περιορισμένο. Παραδοχή τρίτη: εντός της ποιητικής γλώσσας, η λέξη απελευθερώνεται από τις επιταγές της λογικής και της απόδειξης. Εδώ τα αντίθετα συνυπάρχουν αρμονικά. Εδώ το νόημα προϋπάρχει της διατύπωσής του και η ποιητική γλώσσα προϋπάρχει του ποιήματος. Η ρευστότητα των λέξεων και των νοημάτων ταυτίζεται με το νόημα.

Ο άλλος κόσμος, αυτός που διεκδικεί να αντικαταστήσει ολοκληρωτικά τον υπαρκτό κόσμο, δεν είναι κάτι που κερδίζεται ξαφνικά. Δεν είναι καν ένας τόπος με προκαθορισμένο σχήμα. Δημιουργείται διαρκώς από μια νέα εξέγερση. Και διατυπώνεται κάθε φορά εκ νέου από τον τρόπο ενός νέου ποιήματος.

* Ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, δοκιμιογράφος

Μαρία Τοπάλη: «Ο Καραγκιόζης»

 

Μαρία Τοπάλη*

 

Ο Καραγκιόζης

 

Οποιαδήποτε οργανωμένη μορφή εξέγερσης με απωθεί, ίσως γιατί τη νιώθω να αντιβαίνει στην εκρηκτικότητα που, αυτή πάλι, με έλκει. Από την άλλη, είναι σημαντικό να μετασχηματίζουμε σε πρόγραμμα (δηλαδή σε οργανωμένη δράση) ό,τι εκρηκτικό αισθανόμαστε. Το να εγγράψει κανείς τον πολιτικό εαυτό του σε μια συλλογική ατζέντα που περιλαμβάνει τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ισότιμη κατανομή του παγκόσμιου πλούτου, τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ – όχι, δεν το βρίσκω «εξεγερσιακό», ούτε καν εκρηκτικό. Μου φαίνεται απλώς αυτονόητο.

Εκεί που το πράγμα γίνεται πιο ενδιαφέρον είναι στο σημείο που το προσωπικό συναντά το πολιτικό, όπως μας δίδαξαν οι φεμινίστριες των σίξτις και των σέβεντις. Ναι, εκεί η ζώνη είναι διακεκαυμένη και ο αέρας μυρίζει μπαρούτι διαρκώς. Πώς να αναλάβουμε τον ιδιωτικό μας εαυτό μένοντας πιστές και πιστοί σε δημόσιες αξίες; Πάντα με ενδιέφερε πώς υλοποιείται μια τέτοια οπτική στα ελληνικά ποιητικά πράγματα. Ιδίως παλαιότερα, αλλά και σήμερα, θεωρώ συνώνυμη της ποιητικής (μου) ιδιότητας μιαν εμπρηστική στάση απέναντι στα δημόσια ποιητικά πράγματα. Αυτή επικεντρώνεται σε δυο εκφάνσεις του ποιητικού πολύπτυχου: στην «επί σκηνής» παρουσίαση της ποίησης και στην κριτική. Για πλήθος λόγων που δεν επιτρέπει ο χώρος που δίνεται σε αυτό το σημείωμα να αναπτυχθούν, βίωσα το ισχύον στις δυο αυτές πλευρές «καθεστώς», όπως το βρήκα να με περιμένει στα πρώτα μου βήματα, σαν μια ασφυκτική κρούστα κάτω από την οποία κολυμπούσα. Έπρεπε επειγόντως να τη σπάσω για να πάρω μιαν ανάσα. Δεν θεωρώ τυχαίο το γεγονός ότι την ίδια ανάγκη ένιωσαν και άλλες και άλλοι ομότεχνοι.

Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σημαντικό να μένει κανείς πιστός στην εσωτερική ανάγκη της δημόσιας έκρηξης. Ο πάγος ήταν κατά σημεία λεπτότερος ενώ δεν έλειψαν και δε λείπουν οι υποστηρικτές, περιστασιακοί ή μόνιμοι. Σε αυτές τις περιπτώσεις, άλλωστε, δεν κινδυνεύει κανείς από οργισμένους «αντιπάλους», τουναντίον, εύχεται ολόψυχα να τους συναντήσει και να διασταυρώσει μαζί τους ένα κάποιο ξίφος ή ξιφίδιο. Αλλά το πανίσχυρο καθεστώς γνωρίζει πώς να αναπαράγει τον εαυτό του. Στις δυο πλευρές-πεδία σύγκρουσης που κατονόμασα, η καθεστηκυία τάξη σε αυτή τη μακρινή γωνιά της νοτιοανατολικής Ευρώπης αντιπαραθέτει στις πρωτότυπες μορφές παρουσίασης, στις performances, μια συγκαταβατική αναγνώριση, και στο κριτικό πνεύμα την παγερή σιωπή. Τους ποιητές και τις ποιήτριες στην Ελλάδα τους θέλουμε μάτσο και εθνικούς, να τους τραγουδάμε λαϊκότροπα στις πλατείες. Ή τις/τους θέλουμε αφασικούς και άναρθρους. Θυμάστε την υποδοχή που ποτέ δεν έγινε στον Σεφέρη μετά την απονομή του Νόμπελ; Κι ύστερα τον λέμε γκρινιάρη. Και λίγη ήταν η γκρίνια που εξέφραζε, θα μου επιτρέψετε.

Ε, πέρασε λοιπόν ο καιρός και από τα δικά μας εκρηκτικά επιτελεστικά και κριτικά νιάτα. Άρχισαν και κάποιες εξεγερμένες/οι να βολεύονται σε δημόσια ή ημι-δημόσια πόστα, να αποσπούν βραβεύσεις και τιμές ενώ το τοπίο παραμένει γύρω μας γρανίτινο, αμίλητο, αμετάκλητα, λες, απαμβλυμένο. Γι’ αυτό, ίσως η μόνη ανοξείδωτη εξέγερση σε αυτή την έρημο του σχολαστικισμού και της σοβαροφάνειας είναι να επινοείς συνέχεια, ξανά και ξανά, έναν τρόπο να κάνεις τον τρελό του χωριού. Πάντοτε θα υπάρχει στην Ελλάδα μια θεσούλα για τον Καραγκιόζη, τον καραγκιόζ μπερντέ και τον καραγκιοζοπαίχτη πίσω του. Μια κοροϊδευτική ανάσα.

* Ποιήτρια, κριτικός και μεταφράστρια

Γιάννης Δούκας: «Συντακτική ανάλυση»

Γιάννης Δούκας*

 

 

Συντακτική ανάλυση

 

 

Στις πνιγόμενες πόλεις της αναλώσιμης μικροκλίμακας, την ασύδοτη βία ως θεσμική αποκατάσταση της τάξεως, τ’ απόνερα των πατριδοκάπηλων συλλαλητηρίων, τους βωμούς και τις εστίες των υδρογονανθράκων, την επινόηση του δημόσιου χώρου ως τραπεζοκαθίσματος και κλίνης τουριστικών καταλυμάτων, την κυρίαρχη, κοντόφθαλμη και μικρονοϊκή, αντίληψη της πολιτικής με όρους αγοράς, την αλήθεια όχι ως απόδειξη, αλλά ως ανασκευή, ανάμεσα στις φλόγες που έκαψαν τη Μόρια και σ’ εκείνες που προπαρασκευάζουν την αξιοποίηση του Ερημίτη, δεν είναι λίγα εκείνα, απ’ όσα μας περιβάλλουν, που αναδεικνύουν το ζητούμενο της εξέγερσης.

            Ποιες, όμως, θα έπρεπε να είναι η θέση και η λειτουργία της τέχνης σε ό,τι το αφορά; Ούτε να υποκαθιστά, θα έλεγα, την πολιτική δράση, ούτε να συνωθείται στον ευκαιριακό σχολιασμό της επικαιρότητας. Σκοπός δεν είναι μια πορνογραφία του φλέγοντος ζητήματος, ούτε η εργαλειοποίηση της ίδιας μας της ταυτότητας με την υστερόβουλη αγωνία να φανούμε συναφείς με τη συγκυρία εντός της οποίας τοποθετούμαστε. Δραστικότερο, κατά τη δική μου τουλάχιστον πρακτική, είναι αυτό που καταπιάνεται έμμεσα με το σήμερα, εντοπίζοντας αλλού τον διαχρονικό πυρήνα του, ανατρέχοντας στην Ιστορία για να το ερμηνεύσει. Στο παρόν του, βέβαια, οφείλει ο καθένας μας να είναι ενεργός πολίτης, να παίρνει θέση και να παρεμβαίνει, όχι όμως εξ ονόματος της όποιας ιδιότητας, ακόμη κι αν είναι αυτή που του δίνει τον λόγο.

            Εδώ πρέπει να μπει ένας αστερίσκος που γίνεται και κατακλείδα: είναι ειλικρινής μου η απορία και όχι προσχηματική στη ρητορεία της, αν ως πολίτες της μεσαίας τάξης των δυτικών χωρών, έστω και κατά τη μετατροπή μας σε υπερπροσοντούχο πρεκαριάτο, με την τρυφερότητα της εκφραστικής ευαισθησίας μας, την ύστερη, ξεχειλωμένη μας νεότητα, δικαιούμαστε όντως να μιλήσουμε για την εξέγερση, να διανοηθούμε τον εαυτό μας ως υποκείμενό της, ενώ κι εμείς οι ίδιοι και ο κόσμος, απ’ τον οποίον εκπορευόμαστε, και ο τρόπος ζωής, που αδυνατούμε ν’ απαρνηθούμε, θα αποτελούσαμε στην ουσία το ιδανικό της αντικείμενο.

*  Ποιητής, φιλόλογος, μεταφραστής

Μαρία Κουλούρη: «Για μια εξέγερση που ακόμα αργεί»

Μαρία Κουλούρη*

 

Για μια εξέγερση που ακόμα αργεί

 

Έχουν περάσει πάνω από 150 χρόνια, από τότε που ο Μαρξ διατύπωσε τη θεωρία σχετικά με την κυριαρχία των ιδεών μιας εποχής. Μια κυριαρχία, που ορίζεται από τις ιδέες της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης. Κάνοντας μια γρήγορη αναδρομή στην ιστορία εξέλιξης του ανθρώπου, και κατ’ επέκταση των κοινωνιών, εύκολα μπορεί να αποδειχθεί ο συσχετισμός αυτός. Ο λόγος του ισχυρού, κατέχει καθεστωτική θέση. Και η όποια ανατροπή της συνθήκης αυτής προέρχεται από τη συσπείρωση γύρω από μια συγκεκριμένη ιδεολογία, μακριά από ενικές ιδιοτελείς προθέσεις.

Ερχόμενοι στο παρόν, εύστοχα μπορεί κανείς να αναρωτηθεί για την ύπαρξη κάποιας ιδεολογίας. Τι αφήνει ο καπιταλισμός να αναπνεύσει, πέρα από την έννοια της αξίας χρήσης. Ακόμα και η γνώση πέρασε στη σφαίρα της ανταλλαγής. Οι νέοι σπουδάζουν για να εξασφαλίσουν την επαγγελματική τους αποκατάσταση.  Έτσι, ο λόγος της επιστήμης μετατρέπεται σε εξισωτικό φορέα. Όλοι όσοι έχουν απολυτήριο λυκείου, θα αμείβονται τόσο. Όσοι έχουν ένα πτυχίο ανώτερης εκπαίδευσης, τόσο. Όσοι έχουν μεταπτυχιακό, τόσο κ.ο.κ.

Από την άλλη, η διαδρομή από τη διαρκή παραγωγή στη διαρκή κατανάλωση έχει πλέον ομογενοποιήσει τα άτομα καθιστώντας τα, πρώτα και κύρια, καταναλωτές. Ο σύγχρονος άνθρωπος από τη στιγμή της σύλληψής του ακόμα, πριν καν γεννηθεί, δένεται εξαρτητικά με την κατανάλωση.  Όλοι, ανεξάρτητα από την οικονομική μας κατάσταση, οφείλουμε να καταναλώνουμε, αυτό που το σύστημα αποφασίζει ότι είναι καλό για εμάς. Έτσι, επιτυγχάνεται πολύ εύκολα η ομοιομορφία, η οποία εξασφαλίζει την καθολική μορφή κοινωνικού ελέγχου.

Και αφού όλα γίνονται για το καλό μας, τίθεται το ερώτημα : Υπάρχουν ουσιαστικοί  λόγοι για κάποια ρήξη; Κι αν ναι, ποιοι είναι αυτοί; Στις αρχές του 20ου αιώνα, το ρεύμα του Μοντερνισμού ήρθε για να αποτυπώσει τον αποχωρισμό από το παρελθόν και την παράδοση, αφού οι αλλαγές που έφερε ο 19ος αιώνα στον τρόπο θέασης της φύσης και των δυνατοτήτων του ανθρώπου, αλλά και η φρίκη των δυο Παγκόσμιων Πολέμων, επέβαλαν την ανασυγκρότηση και τον αναστοχασμό στο μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου. Ποιες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές έχουν συμβεί σήμερα ώστε να επιβάλλεται μια καθολική ρήξη με την παράδοση; Ο φιλελευθερισμός του περασμένου αιώνα, λειτούργησε ως προπομπός του τωρινού καθεστώτος. Ακόμα και το αντίπαλο δέος, ο κομμουνισμός, κατέρρευσε βρίσκοντας τα περισσότερα κράτη του Ανατολικού μπλοκ, ανώριμα να ανταπεξέλθουν στις επιταγές της νέας συνθήκης. Το ιστορικό πλαίσιο χαράσσεται  ακόμα και διογκώνεται μέσα στις αρχές του καπιταλισμού και καμία ρήξη δεν μπορεί να επέλθει ξέχωρα από το όριο της ιστορίας.

Η νεωτερικότητα στις μέρες μας, μοιάζει περισσότερο με σχολιασμό και κριτική θέση απέναντι σε ό,τι ισχύει. Δεν πρόκειται για ένα γεγονός αποκοπής από την κατεστημένη πραγματικότητα, αλλά για τη γνωστοποίηση αμφισβήτησης των παρόντων κανονιστικών δομών. Ίσως ακόμα να μην έχει καλοσχηματιστεί αυτό που θα αντικαταστήσει τα δεδομένα του παρόντος. Μέχρι να γίνει κάτι τέτοιο, μπορούμε να πλάθουμε ιστορίες, ευελπιστώντας σε ατομικές πράξεις αντίστασης και αυτονομίας. Άλλωστε, ο άνθρωπος γοητευόταν ανέκαθεν από μυθοπλασίες και σε αυτές στηρίχτηκε για να πορευτεί μέσα στους αιώνες.

 

* Ποιήτρια, λογοθεραπεύτρια, σύμβουλος ψυχικής υγείας και εμψυχώτρια θεατρικής ομάδας ενηλίκων με αυτισμό και νοητική υστέρηση στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Παναγιώτης Ιωαννίδης: «Η συνεπής, διαρκής επαναστατικότητα της τέχνης»

Παναγιώτης Ιωαννίδης*

 

Η συνεπής, διαρκής επαναστατικότητα της τέχνης


Ό,τι απλώς εξεγείρεται, δεν ανασυστήνει· δεν ανασυντάσσει τον ορατό και αόρατο, τον ρητό και σιωπηρό, κόσμο· είναι μόνον χειρονομία εναντίον του. Δεν είναι τέχνη· είναι απλώς αυτοέκφραση. Η ποίηση που απλώς εξεγείρεται, είναι ατελής. Η ολοκληρωμένη τέχνη είναι διαρκώς επαναστατική στην ουσία της· ενίοτε και στην μορφή της. Δεν αρκείται στην εκπυρσοκρότηση, δεν συγκρούεται απλώς, δεν καταρρίπτει μόνο: εγκαθιδρύει χώρο απεριόριστης πνευματικής ελευθερίας, οικοδομώντας ταυτοχρόνως εντός του, βάσει των δικών της ιδεών για την πραγμάτωση της ελευθερίας αυτής (που δεν αποκλείεται να μοιάζουν με παλαιότερες, ή να χρησιμοποιούν στοιχεία τους). Δηλαδή επαναστατεί. Αυτή η διεκδίκηση, η διάνοιξη, και η πραγμάτωση μιας δίχως φραγμούς ελευθερίας είναι η αενάως επαναστατική φύση της τέχνης. Και, ενίοτε, η τέχνη επαναστατεί και μορφικά: απορρίπτοντας παλαιούς τρόπους και επιβάλλοντας νέους (που μπορεί να τους εμπνέεται από ξεχασμένες ή ξένες πηγές).

 

Η επαναστατικότητα, λοιπόν, της εντελούς τέχνης συνίσταται στην –κατά τα φαινόμενα– παράδοξη σύζευξη της λεπτολόγου και στοχαστικής δημιουργίας (εν αντιθέσει προς την εκρηκτική, παρορμητική, εξεγερτική αυτο-έκφραση) με την διατράνωση ενός ατέρμονου πεδίου ελευθερίας: πεδίου που η τέχνη ταυτοχρόνως απαιτεί, διεκδικεί, διανοίγει, και περιφρουρεί. Η τέχνη, δηλαδή, δεν είναι μόνον κίνηση εναντίωσης και κατάρριψης (εξέγερση) – είναι επίσης, και πρωτίστως, απόφαση και περάτωση νέου κτισίματος. Εκεί έγκειται η επαναστατικότητά της.

 

Η σε διάφορες περιόδους και συνθήκες (π.χ. υπό ολοκληρωτικά καθεστώτα ή χάριν θεωρητικών υποθέσεων και διεκδικήσεων) απαίτηση να συνταχθεί ή να αντιταχθεί (εξεγειρόμενη) η τέχνη με πεδία εκτός του δικού της –που ασφαλώς καθορίζει αλλά και επηρεάζεται από άλλα χωρίς να συμπίπτει με αυτά· αίφνης: το πολιτικό–, δηλώνει είτε αδιαφορία και άγνοια για την ίδια την τέχνη, είτε δολιότητα: όταν ζητά από την τέχνη να εκτραπεί από το πεδίο της, ακυρώνοντας, ταυτοχρόνως, την αυτονομία και την αυταξία των άλλων. Π.χ., η πολιτικώς 'στρατευμένη' τέχνη, και ακροβατεί ως τέχνη (γιατί, στρατευόμενη, έχει απεμπολήσει την καταστατική ελευθερία της), και αφοπλίζει την πολιτική, καθώς την υποδύεται. (Κατά μοιραία ειρωνεία δε, η πολιτική –των εξεγέρσεων συμπεριλαμβανομένων– δεν χρειάζεται την τέχνη: μια χαρά τα καταφέρνει και χωρίς αυτήν.)

 

Την διαρκή επανάσταση της αληθoύς τέχνης, συνοδεύουν και άλλες συναφείς δημιουργικές (και όχι καταστρεπτικές) πράξεις: π.χ., η ανασύνταξη του καλλιτεχνικού κανόνα· και η αποτίμηση των σύγχρονων έργων όχι από την καθεστηκυία κριτική αλλά από την σύγχρονή τους, που τα (παρ)ακολουθεί.

 

Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι υφίσταται ρήξη με την –ποιητική, αισθητική– παράδοση, ούτε στην προσωπική μου εργασία, ούτε στην σύγχρονη ελληνική ποίηση που εκτιμώ. Η παράδοσή μας περιέχει ακριβά, βαθιά κοιτάσματα από τα οποία αντλούμε: δεν ισούται με μια σκυταλοδρομία από 'γενιά' σε 'γενιά' – γιατί, όντως, λιγοστή συνάφεια με τις πλησιέστερες προηγούμενες 'γενιές' παρατηρώ. Η γενεαλογία της αξιόλογης σύγχρονης ελληνικής ποίησης είναι οπωσδήποτε συνθετότερη: περιλαμβάνει παλαιότερες Ελληνίδες ποιήτριες και ποιητές, αλλά και ξένες/ους ομοτέχνους διαφόρων περιόδων. Αυτή δε η επαναξιολόγηση του νεοελληνικού ποιητικού κανόνα και οι εκλεκτικές συγγένειες με ξένες ποιητικές φωνές, αντικατοπτρίζονται όχι μόνο στο εκάστοτε ποιητικό έργο, αλλά και στην πολιτεία σύγχρονων ποιητικών δράσεων – π.χ. του περιοδικού “ΦΡΜΚ” και των εκδηλώσεων “Με τα λόγια (γίνεται)”, για να μείνω σε δύο που γνωρίζω εκ των έσω.

 

* Ποιητής, μεταφραστής, επιμελητής δημοσιεύσεων, διοργανωτής εκδηλώσεων, συνεργάτης εγκαταστάσεων και δράσεων, δάσκαλος δημιουργικής γραφής

Εύα Σπαθάρα: «Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργη»

Εύα Σπαθάρα*

 

Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργη

 

Ας σκεφτούμε αρχικά την στάση, τις πιθανές ερμηνείες της, την κίνηση και την ακινησία της. Μια κίνηση που προσδίδεται από τις προθέσεις. Επί-ανά-σταση. Η πρόθεση κινεί την στάση, ωθεί σε μια κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας  μετασχηματιστικής ορμής και σύγκρουσης απέναντι σε μια κανονικότητα (να μια λέξη που βρωμάει κρέας, πόσο κανονική, κανονιστική, τιμωρητική  είναι η κανονικότητα;) που οφείλει άμεσα, εδώ και τώρα να ανατραπεί. Απελπισία και ελπίδα για ένα μέλλον που δεν θα οριστεί ως διαρκές διακύβευμα ανησυχίας αλλά ως άνοιγμα στο αδύνατο, στην πραγμάτωσή του.

Σισύφειος όρος η επανάσταση γιατί αυτό το ανά στη μέση της ωθεί σε μια διαρκή επαναληψιμότητα, σε μια τροχιά σε διαρκή κίνηση προς το αεικίνητο ενός ατελεύτητου αναστοχασμού επί της επανάστασης ως διαρκούς σύγκρουσης, ως διαδικασία εις το διηνεκές.  Η στάση πληθύνεται, διαστέλλεται από την διαρκή τοποθέτηση των υποκειμένων στο επί και ανά αυτής. Εκτρέπεται σε στάσεις, απεκδύεται της αφαίρεσής της γειώνεται και βιώνεται στην υλικότητα της ως συνεχής μέσα από τον διαρκή αναστοχαστικό της χαρακτήρα. Το ξετύλιγμά της ταυτίζεται με το συνεχές των ρηγματώσεων πλέον, των ανατροπών στην προοπτική του απείρου. Δεν ρυμουλκείται, δεν περιχαρακώνεται, δεν οριοθετείται. Διαλύει την τάξη και διαλύεται η ίδια ως τάξη με ορίζοντα την αταξία του αιχμηρού κρίνειν, του βέβηλου αποσυνθέτειν. Κι εδώ συναντάται με την εξέγερση… εγείρεται εκ… από και προς δηλαδή… ένα έξω που δεν σκιαγραφείται αλλά βιώνεται απλώς και μόνο… είναι η απόδραση των σωμάτων από τη δοσμένη τους συνθήκη, η σύγκρουση με τους/ις εαυτούς/ές που πια δεν γίνονται ανεκτοί/ές. Ορίζοντας; Η ελευθερία των πληθυντικών αυτοδιαθέσεων έξω πέρα και ενάντια από όπου όπως και όποιον καταναγκασμούς,  έξωθεν και έσωθεν.

Θα είχε ενδιαφέρον να στοχαστεί κανείς/μιά γιατί ο όρος επανάσταση στην νεοφιλελεύθερη ατζέντα, στην ρητορική της διαφημιστικής καταναλωτικής λογικής ενδύεται εύκολα με όρους αγοράς, είναι αρεστός, διαρκώς αξιοποιήσιμος, προς βρώση και τέρψη αλλά όχι ο όρος εξέγερση. Ίσως γιατί μια πρώτη ελάχιστη ερμηνεία θα ήταν ότι η επανάσταση  έχοντας εν τη εκρήξει της ένα βαθμό γενίκευσης, συνεπώς και μεγαλύτερης αφαίρεσης συγκριτικά με την εξέγερση, απολύει τον συγκρουσιακό της χαρακτήρα, εκπίπτει νοούμενη ως εύκολα εφικτή στην πραγμάτωσή της. Τα πάντα είναι επανάσταση υπό την προϋπόθεση ότι τα πάντα μπορούν να καταναλωθούν.  Ακόμα και η επανάσταση.  

Τι συνιστά ένα εξεγερμένο σώμα, απέναντι σε ποιον και σε τι εξεγείρεται; Ένα σώμα που δεν μένει στη θέση του, που διαρκώς κινείται στον ενσώματο χώρο και χρόνο αντιστέκεται παθιασμένα σε άτρωτες βεβαιότητες και καθεστωτικές αξιώσεις αλήθειας. Όπως το φύλο.  Φεμινισμοί, κινήματα ταυτοτικά, αποσταθεροποιητικά, ενδεχομενικά…  ωθούν σε ρήξεις, διαρρήξεις και συγκρούσεις, έξωθεν και έσωθεν, σε μια διαρκή διαλεκτική διαδικασία  επί-ανά-νοηματοδότησης του φύλου, των φύλων, ωθούν στην κατάργησή τους, την ανάδειξη τους, ως διαρκή διαδικασία  εμβολής των φυσικοποιημένων αληθειών, των κανονιστικών ηγεμονικών λόγων. Συνιστούν το προς της νοηματοδότησης του εκ… προς μια προοπτική  διάνοιξης του βλέμματος, αποαποικοιοποίησης των μυαλών και των σωμάτων, αποπατριαρχικοποίησης των σχέσεων… Ή -για να παραφράσω ένα γνωστό σύνθημα- προς μια οργιώδη βλάστηση των φύλων ενάντια στον τετραγωνισμό τους.

Υ.Γ. Ο τίτλος αποτελεί δάνειο τίτλου ποιήματος του Ν. Καρούζου

* Ποιήτρια

Θοδωρής Ρακόπουλος: «Το ασίγαστο πάθος»

Θοδωρής Ρακόπουλος*

 

Tο ασίγαστο πάθος

 

Είναι δύσκολη η εννοιολόγηση της εξέγερσης. Προσωπικά την θεωρώ από τις λέξεις (όπως «θάνατος» ή «αγάπη») που πολύ δύσκολα θα έβαζα σε ποίημα: ο βασικός λόγος είναι ότι δεν γνωρίζω ακριβώς τι σημαίνει. Γνωρίζω εμπειρικά τις πολιτικές μετασχηματισμού και ριζοσπαστικής αλλαγής– σε αυτές έχω συμμετάσχει κατά το δυνατόν από μικρός και συμμετέχω ακόμα, κι αυτές καθοδήγησαν επιλογές στη ζωή μου, από την επιλογή επαγγέλματος σε έναν δημόσιο φορέα που προσφέρει εκπαίδευση εκτός του βεληνεκούς του κέρδους, μέχρι τις προτεραιότητες που δίνω στον δημόσιο λόγο που αρθρώνω. Φοβάμαι ότι λέξεις όπως «εξέγερση» ή ακόμα και «επανάσταση» έχουν σε τέτοιο βαθμό απορροφηθεί από το ηγεμονικό λεξιλόγιο που έχουν εν πολλοίς χάσει την αιχμή τους. Δεν συμβαίνει αυτό με άλλες λέξεις του πολιτικού λεξικού της καθημερινότητας: η λέξη «κομμουνισμός», για παράδειγμα, διατηρεί γερό μέρος από το ιστορικό φορτίο ευθύνης, υπευθυνότητας αλλά και δυναμικής της – και ίσως γι αυτό, ακόμα τρομάζει κάποιους.

Οι περισσότεροι ποιητές είναι –κατ’ανάγκην- συμμετέχοντα υποκείμενα στις υπάρχουσες πολιτικές οντολογίες, ακόμα και όταν είναι ενεργά –ακόμα και διακηρυκτικά- απολιτίκ. Η αποφυγή ξεκάθαρης αναφοράς πάντως σε ζητήματα αιχμής στην σύγχρονη ποίηση είναι ίσως και δείγμα φόβου ανάληψης ευθύνης. Δεν αναφέρομαι σε ζητήματα κοινής παραδοχής: δεν αναφέρομαι, για παράδειγμα, στο πόσο «κακή» είναι η Χρυσή Αυγή. Σε αυτό συμφωνούμε όλοι. Αναφέρομαι στο κατά πόσον θα στιγματίζαμε την δράση της Χρυσής Αυγής δίπλα σε συμβατικούς εθνικιστές (δηλαδή την συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού πολιτικού συστήματος) σε ό,τι αφορά την ελληνικότητα της Μακεδονίας «μας». Θα γράφαμε ένα σχετικό ποίημα ή κείμενο για να στιγματίσουμε τον πυρήνα της ιδεολογίας της αν ξέραμε ότι οι δράσεις της ΧΑ στο Ξυνό Νερό γίνονταν ενάντια σε πολίτες που μιλάνε «μακεδόνικα», μια γλώσσα που για την μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων δεν υπάρχει;

Η ευθυνοφοβία πολλών ποιητών και η αοριστολογία ακόμα περισσότερων είναι δείγμα της εποχής: γίνονται αναφορές, για παράδειγμα, στην «εξουσία» ως κάτι το νεφελώδες και πάντως αόριστα «κακό», αλλά αποφεύγεται μια ξεκάθαρη συζήτηση για απτές εκφάνσεις της, και επιδιώκεται μια κατασίγαση των όποιων ρεαλιστικών στοιχείων συγκροτούν τον σύγχρονο κόσμο. Δεν υπήρξε, για παράδειγμα, ποιητής που να αρθρώσει κριτικό, επιθετικό λόγο για τα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά του lockdown όπως επιβλήθηκε στη χώρα μας – μόνο μελαγχολία για την προσωρινή απώλεια των φίλων.

Γνώμη μου είναι ότι η συγκρότηση πολιτικής συνείδησης αλλά και η σχετική δημόσια έκφραση, φέρει κόστη. Το «ασίγαστο πάθος» του Κοστάντσο Πρέβε, η συνεχής μετασχηματική συνθήκη που μας ορίζει ο κοινωνικός ρόλος της γλώσσας, είναι ίσως το διακύβευμα εδώ. Η ανοιχτή ρήξη με το κοινό αίσθημα, που είναι ο απόλυτος εχθρός της καλής ποίησης, είναι το ζητούμενο. Και φοβάμαι ότι οι περισσότεροι ποιητές, και όχι μόνο στην Ελλάδα, προτιμούν την σύμπλευση παρά την απαξίωση του κοινού αισθήματος. Προτιμούν να γίνονται αρεστοί με γενικές αναφορές (ακόμα και με όρους που -κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον- το σύστημα έχει απορροφήσει και καταστήσει στρογγυλούς, όπως «εξέγερση») παρά το να στενοχωρούν με συγκεκριμένες κοινωνικές κριτικές για συγκεκριμένα θέματα. Προτιμούν την συμβατική, τελικά, από την έκκεντρη ματιά στον κόσμο που μοιραζόμαστε. Νομίζω πως κάτι χάνεται από την πλάγια, ριζοσπαστική ματιά της ποίησης στον κόσμο, στη διαδικασία αυτή.

 

* Ποιητής, μεταφραστής, Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Πανεπιστημίου του Όσλο

Παυλίνα Μάρβιν: «Φεϊρούζ, καημέ μου Φεϊρούζ/έμαθα πάντοτε να δίνω/όσα δεν έδωσε κανείς»

Παυλίνα Μάρβιν*

 

Φεϊρούζ, καημέ μου Φεϊρούζ / έμαθα πάντοτε να δίνω / όσα δεν έδωσε κανείς: Το πνεύμα του δώρου ως κατεξοχήν πραγμάτωση εξέγερσης στον καπιταλισμό τον εξηνταβελόνη

 

Το μικρό μου κείμενο ξεκινά με στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου από το τραγούδι «Φεϊρούζ», για να υποστηρίξει την έννοια του δώρου ως μια από τις μοναδικές ελπίδες  αντίστασης και ως πράξη εξέγερσης καθαυτής, ενάντια στην αδίστακτα υπολογιστική κοινωνία που μεθοδικά και με σταθερότητα οικοδομεί το μονοπώλιο του καπιταλιστικού τρόπου ζωής μας. Χρειάστηκε να καταφύγω στο θεμελιώδες έργο του Γάλλου εθνολόγου Μαρσέλ Μως ‘Το δώρο - Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής’, για να μπορέσω να διευκρινίσω πως δεν αναφέρομαι στο δώρο ως «είδος συστήματος ανταλλαγής ή μάλλον προσφοράς δώρων, τα οποία έπρεπε αργότερα να ανταλλάξουν ή να ανταποδώσουν» οι άνθρωποι, δεν αναφέρομαι στην ελεημοσύνη, στην αντιπαροχή, στην πίστωση, στην υποχρέωση προσφοράς. Αναφέρομαι στην βαθιά μου πεποίθηση πως το να τερματίσουμε θετικά τη συνθήκη της ολικής παροχής, το να πιστέψουμε στην εξέγερση που συνιστά το δώρο, αυτό που στα έθιμα των Μαορί κατά τον Μως είναι ο δεσμός που δημιουργείται ανάμεσα σε ψυχές, αυτό που συμβαίνει όταν προσφέροντας κάτι προσφέρεις ένα κομμάτι από τον εαυτό σου, αυτό που η γιαγιά μου το έλεγε «δίνει και το βρακί της», αυτό που γράφει ο Σέιμους Χήνυ στο ποίημά του «Ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι», πως «τώρα, πρέπει να κρατά το χέρι του/ σαν κλαδί έξω στον ήλιο και τη βροχή για βδομάδες/ ώσπου να εκκολαφθούν οι νεοσσοί και ν’ αποκτήσουν φτέρωμα και να πετάξουν(…). Μόνος και αντικαθρεφτιζόμενος καθαρά στο βαθύ ποτάμι της Αγάπης» (…)», αυτό, λοιπόν, που θα μπορούσε να οριστεί και ως η προσφορά στα όρια της σπατάλης δυνάμεων, η σπατάλη ως απάντηση στην οικονομία, η γενναιοδωρία ως τελετουργία ομορφιάς, η ανοικονόμητη κοινωνία του δώρου ως αλληλεγγύη, αυτό που σημειώνει η αδελφή μου, Νάντη Χατζηγεωργίου, διαβάζοντας μαζί μου τον Μως, πως «κάθε ξόδεμα που διαφεύγει από την υπολογιστική συναλλαγή, υφαίνει την διαλεκτική μιας χαμένης αμοιβαιότητας του παρελθόντος με την λύτρωση του μέλλοντος», εμείς, μια ακόμη χαμένη γενιά ανάμεσα στην ροζ φούσκα της ευμάρειας και στο σύστημα αλλεπάλληλων οικονομικών κρίσεων που δεν είναι παρά κρίσεις αξιών, στο δώρο πιστεύω, Φεϊρούζ, πως πρέπει να ρίξουμε τα λεφτά μας.

* Συγγραφέας

Πέτρος Γκολίτσης: «Περί πατρίδας, γλώσσας, εξέγερσης και δικτύων»

Πέτρος Γκολίτσης*

 

 

Περί πατρίδας, γλώσσας, εξέγερσης και δικτύων

 

Έγραφα τις προάλλες: «Θα ήθελα η ελληνική γλώσσα να είναι η πατρίδα μου, αλλά δεν έχω πατρίδα. Η γλώσσα είναι νερό».

Κι εκεί που αναρωτιόμουν πού μπορώ να πάω μετά από αυτό, έρχεται η πρόσκληση εκ μέρους της Έδρας Κ.Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν με τίτλο “Εξέγερση:  Η ρήξη με την παράδοση κι η σύγκρουση με την εξουσία” για ένα σύντομο στοχαστικό δοκίμιο.

Αναρωτώμενος λοιπόν πάνω στο «νόημα και το μη νόημα» της εξέγερσης, αναλογίζομαι πώς αλλάζει η αντίληψη περί σοφίας. Διαβάζουμε σε μια ρήση, αποδιδόμενη στον Θαλή τον Μιλήσιο, τον οποίο εκλαμβάνανε ως σοφό: «Είχα την καλή τύχη να γεννηθώ άνθρωπος και όχι θηρίο, άνδρας και όχι γυναίκα και τέλος Έλληνας και όχι βάρβαρος». Κανένα από τα τρία δεν στέκει σήμερα. Αν είχα τέτοια μυαλά θα με διώχνανε από οποιοδήποτε σχολείο ή σοβαρό οργανισμό. Κι όσον αφορά το «να γεννηθώ άνθρωπος και όχι θηρίο», απαντώ Σαχτουρικά: «Μη  φεύγεις θηρίο… θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις».

Και συνεχίζω. Αν ήμουν δέντρο θα είχα τις ρίζες μου στη γη. Θα έφτιαχνα ή θα συμμετείχα σε δίκτυα τύπου Mycorrhizal networks (γνωστά κι ως common mycorrhizal networks  ή Wood Wide Web) κι εκεί θα λειτουργούσα ως αναπόσπαστο μέρος μιας προσωρινής ολότητας. Ως 'ενήλικο' δέντρο θα διαμοιραζόμουν και θα μοίραζα νερό, άνθρακα, άζωτο και άλλα θρεπτικά συστατικά και μέταλλα στα νεότερα δέντρα, ενώ αν ήμουν άρρωστο(ς) θα έστελνα πίσω στο δίκτυο τα εναπομείναντα αποθέματά μου προς χρήση του συνόλου

-σε μια πράξη αξεπέραστου αλτρουισμού- και τέλος θα ενημέρωνα για τους όποιους κινδύνους, όπως π.χ. τις προσβολές εντόμων. Άλλα δεν είμαι δέντρο.

Οι ρίζες μου είναι τα έντερά μου κι αυτά με απασχολούν. Όπως και τα έντερα των διπλανών μου. Τα έντερα τα οποία τα παίρνουμε μαζί μας όπου κι αν πάμε βαδίζοντας μεταξύ χώρου και κενού, αναβλύζοντας στον εκάστοτε χωροχρόνο.

Πράγμα που σημαίνει πως οι ρίζες, το "χώμα" που χρειαζόμαστε για να συνεχίζουμε και να λειτουργούμε δεν είναι υπό (βλ. πατρίδα, μητρίδα) αλλά ούτε και απαραίτητα μπροστά μας (βλ. γλώσσα) αλλά πάνω από (βλ. cloud: ιδεών, πρακτικών, πόρων, καταστάσεων).

Αν οι πόροι μάλιστα είναι τα συσσωρευμένα κεφάλαια -πέρα από τις διαδικασίες κεφαλαιοποίησης- που περνάνε οικογενειοκεντρικά από γενιά σε γενιά ή από μέλος σε μέλος, βάση της άλφα ή βήτα αποδέκτης συμπεριφοράς που τονώνει την αυταξία και την αίσθηση του ανήκειν, κι αν η συμπεριφορά προσδιορίζεται και επηρεάζεται από τη σχετική μου θέση σε αυτή τη μεταφορά, τότε η εξέγερση είναι αυτονόητη. Μέχρι να επέλθει μια συμμετρική κατανομή. Μια άλλη ρύθμιση.

Και πώς αντιδρούν τα εντόσθια στις τόσες πιέσεις; Άμεσα και σε βάθος χρόνου; Πώς θα «μετρήσουμε» αυτή την ευαισθησία; Όπως και να έχει η εξέγερση είναι συνάρτηση  των εντέρων μου. Εκεί σωματοποιείται κι εκεί σχηματίζεται η πίεση. Από εκεί πετιέται το ποίημα, η πράξη, η αντίδραση, η αντίσταση. Κι ανάλογα με την ευαισθησία και την πίεση ξεκινά η διαβάθμιση. Από το «κίνημα πλατειών» και τα «κίτρινα γιλέκα», περνά σε αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις και στο Black Lives Matter, για να καταλήξει στους αποκεφαλισμούς τύπου Τζιχάντι Τζον.

* Ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός, μεταφραστής, Δρ., Ερευνητής στο Κέντρο Ερευνών Νοτιοανατολικής Ευρώπης, και Λέκτορας στο City College, Διεθνές Τμήμα του University of Sheffield