Skip to Content

Search: {{$root.lsaSearchQuery.q}}, Page {{$root.page}}

Εξέγερση / Revolt

Εξέγερση: Η ρήξη με την παράδοση και η σύγκρουση με την εξουσία

Η Έδρα Κ. Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν καλεί Έλληνες ποιητές να συμμετάσχουν σε μια συλλογή σύντομων δοκιμίων στην καινούργια ιστοσελίδα της  με θέμα το εξεγερτικό πρόταγμα και φαινόμενο .  Η πρόσκληση απευθύνεται προσωπικά σε συγκεκριμένους ποιητές που εμφανίστηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα και των οποίων το έργο αποτυπώνει εγρήγορση για την έννοια της εξέγερσης. 

- Επιμέλεια Βασίλη Λαμπρόπουλου

Περιγραφή του συλλογικού έργου

Θέμα:  Η ριζική ρήξη με τις αξίες και ιεραρχίες μιας κανονιστικής παράδοσης, η ρητή σύγκρουση με την εξουσία που ασκεί αυτή η παράδοση, και η διεκδίκηση αυτονομίας και ισονομίας.  Μια εξουσιαστική παράδοση μπορεί να είναι πολιτική, κοινωνική, εθνική, θρησκευτική, λογοτεχνική, αισθητική κλπ.  Η εξέγερση εκφράζεται ως σύγκρουση με το ισχύον και το κρατούν, όχι ως αμφισβήτηση ή αναθεώρηση (γενεών, κανόνων, σχολών κλπ.).  Η εξέγερση είναι εκρηκτική, κι όχι υποχρεωτικά επαναστατική:  εκπυρσοκροτεί και καταρρίπτει, δεν είναι απαραίτητο να επιδιώκει ή να μπορεί να οικοδομήσει ένα νέο σύστημα.  Παραδείγματα εξέγερσης:  «Κίνημα πλατειών», «κίτρινα γιλέκα», αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις φύλλου, Occupy/Black Lives Matter/Antifa, post-anarchism, post-structuralism, post-colonialism, avant-garde.

Διακύβευμα:  Σε μια εποχή απομάγευσης και απομάκρυνσης της επανάστασης, είναι σήμερα η εξέγερση δυνατή;  Αν ναι, με ποιους όρους;  Αν όχι, λόγω ποιών συνθηκών;  Τα κείμενα μπορούν να αναφερθούν στην εξέγερση γενικά ή σε ένα συγκεκριμένο είδος της (τάξης, φύλλου, φυλής, τέχνης, σκέψης) που προέχει ή επείγει (αποφεύγοντας γενικεύσεις του τύπου: ποίηση είναι αμφισβήτηση είναι πολιτική είναι εξέγερση είναι ελευθερία κ.ο.κ.).

Συνεργάτες:  Πολλοί καινούργιοι Έλληνες ποιητές αυτής της περιόδου και του κλίματος αντιστάθηκαν ταυτόχρονα στην ποιητική και ιδεολογική κρίση του τέλους του 20ου αιώνα.  Αντί να πενθήσουν την απώλεια της επανάστασης, ή έστω της άμεσης προοπτικής της, και να καταφύγουν στον ρεαλισμό, την παράδοση ή την εσωστρέφεια, όπως τόσοι αριστερόφρονες πριν από αυτούς, παραμένουν μελαγχολικά εστιασμένοι στη δυνατότητα της εξέγερσης, στη συγκρουσιακή κουλτούρα και πολιτική.  Μετά την χρεωκοπία σε πολλά πεδία, συνεχίζουν να ασκούνται σε πρακτικές ελευθερίας.

Οι προσκλήσεις γίνονται σταδιακά και τα κείμενα αναρτώνται με τη  σειρά που λαμβάνονται.  H σειρά πρόσκλησης/ανάρτησης είναι περιστασιακή, όχι αξιολογική. Θερμές ευχαριστίες στον Μάριο Εμμανουηλίδη και τον Δημήτρη Σταματόπουλο.

Αλέκος Λούντζης: «Γεώτρηση»

 

Αλέκος Λούντζης*

 

Γεώτρηση

 

Οι υφαντουργοί ξηλώνουν νήματα κι ανακατεύουν μείγματα. Οι μαριονέτες συλλέγουν πόρους και δεδομένα σαν αυτόματα. Εμείς ενοικούμε σε προσωρινά καταλύματα σαν να ήταν παντοτινή εστία, ενώ τριγύρω πληθαίνουν όσες και όσοι δεν έχουν ούτε άσυλο ούτε επιλογή.

Την ώρα που η συνέλευση πολυκατοικίας, η τελευταία νόμιμη συνέλευση, επιχειρεί να καταλήξει σ’ έναν «έντιμο συμβιβασμό» για τα κοινόχρηστα, ο αόρατος διαχειριστής κλείνει οριστικά τον γενικό του νερού. Είναι ακριβώς η στιγμή που εύχονται να πρόκειται για κάποια περίτεχνη μεταφορά –για την ασφαλισμένη εργασία, πολιτικά δικαιώματα, στοιχειώδη ιδιωτικότητα– ή εύχονται να έμεναν κάπου αλλού· να γίνει η επόμενη βροχή χείμαρρος αντί για σταγονίδια που σηκώνουν φράχτες και σπέρνουν καταυλισμούς ή φυλακές.

 

Κάποιες ευχές όταν παραδιαψεύδονται γίνονται πράξεις. Ανώνυμες ή με ονοματοδοσία ροής, στην ανάγκη της στιγμής, χωρίς ορατό μέλλον στο αχώνευτο παρόν. Δεν προετοιμάζονται, ξεσπούν, για μια πληγή που κακοφόρμισε ή για όλα ταυτοχρόνως, για το χυμένο αίμα ή το χαμένο νόημα.

 

H επόμενη εξέγερση θα γίνει για το νερό.

Η λειψυδρία είναι παράξενα εξισωτική συνθήκη, λειτουργεί μεταφορικά αλλά σκληραίνει απότομα ως κυριολεξία. Το συλλογικό υποκείμενο συγκροτείται ενόσω αποψιλώνεται. Ο αιθέριος ναρκισσισμός των δικτύων βγάζει ρίζες στις ρωγμές του οικοσυστήματος, που πλέον καταπίνει και πλειονότητες. Οι όροι της σύγκρουσης εξαρτώνται απ’ τους διαθέσιμους ορούς και τη διανομή τους σε τάξεις, φύλα, κράτη ή διαμερίσματα της ίδιας οικοδομής. Σε κάθε επόμενη στροφή, το μέσα και το έξω θα μοιάζουν όλο και περισσότερο σχετικές έννοιες αντί στεγανά· αυτή τη φορά όλες οι ουμανιστικές έννοιες είναι απέναντι στο κυρίαρχο υπόδειγμα. Γιατί ακόμη κι αν δεν δημιουργήσουμε ούτε δείγμα ανατροπής ή έστω μιας ανακαίνισης, αυτό δεν σημαίνει ότι θα καταπιούμε αδιαμαρτύρητα τις τελευταίες στεγνές μπουκιές, των άλλων μα κυρίως τις δικές μας, στους 4 τοίχους. Οι μάχιμες γενιές ενοίκων ξέρουν από ξεροσφύρι όχι από ξηρασία.

Όσους δεν χτύπησε ακόμη κάποια διασπορική καταιγίδα, θα μας ραντίσει με οργή η τελευταία γουλιά· ο αποκλεισμός είναι διαχρονικά επιτελεστικός. Θα μας στοιβάξει στον προθάλαμο της ερήμου. Θα κοιταζόμαστε στα χείλη και στις βουβές προτεραιότητες. Θα βγάζουν μάτι εκείνες που στο σβήσιμο του προηγούμενου αιώνα θωρούσαμε είτε απολίτικη οικολογία είτε ζωηρή φαντασία. Κάποια στιγμή, για έναν απ’ όλους τους λόγους, θα γινόταν· εξελίσσεται κατακλυσμιαία ίσως για αυτήν ακριβώς την υπεροψία[1].

H ερχόμενη εξέγερση θα είναι στοιχειώδης στα ζητούμενα, ρευστή στη γεωγραφία και στην ανθρωπολογία της. Η αντίστροφη μέτρηση δεν αφορά πια κάποιον τροπικό παραπόταμο, αλλά την πυρηνική κοίτη. Δεν είναι ντοκιμαντέρ για ηπείρους που ράβονται τα ρούχα μας αλλά παγωμένο πλάνο από παραλίες που εμείς βρέξαμε τα πόδια μας κι άλλοι ξεβράστηκαν απ’ το κύμα. Οι «κοινωνίες πολυτελούς ενυδάτωσης» έχουν συγκαεί από την εστίαση στο δικό τους παρόν και την απώθηση των ρημαγμένων. Εφεξής, οι ετικέτες στα μπουκάλια θα εξηγούν πώς άδειασαν. Οι επόμενοι κοσμοπολίτες θα παραλάβουν ένα πεδίο που κανείς δεν επιθυμεί να περιηγηθεί.  Οι μεγάλες διακρίσεις θα στέκουν λιγότερο σύνθετες και διαμεσολαβημένες: διψασμένοι κι ανυποψίαστοι. Κι αυτοί, όμως, όταν αφυδατωθούν θα μπουν στο νόημα. Η εξέγερση που κοχλάζει μοιάζει με γεώτρηση σ’ έναν κόσμο που δεν προδίδει πλέον προσδοκίες αλλά τα ίδια του τα θεμέλια, τα τελευταία κοινά.

Συγγραφέας, νομικός, κοινωνικός ανθρωπολόγος, Διοικητικός Διευθυντής Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Ενηλίκων Π. Σακελλαρόπουλος

 

[1] Γιατί ποιος περίμενε να επανέλθει στη δημόσια συζήτηση ο πάστορας King ενόψει εκλογών του 2020 στις ΗΠΑ ή ν’ αποκτήσουν σήμανση κατεπείγοντος οι post-colonial studies 60 χρόνια μετά Της Γης τους κολασμένους (Fanon, Frantz, The Wretched of the EarthLes Damnés de la Terre–, 1961) και 40 από τον Οριενταλισμό (Said, Edward W., Orientalism, 1978).

Κωνσταντίνα Κορυβάντη: «Radix: 14 αντί-θέσεις για την συναίνεση»

 

Κωνσταντίνα Κορυβάντη*

 

Radix: 14 αντί-θέσεις για την συναίνεση

 

1.      Radix, λατινικά για τη ρίζα. Αναφορά στο πρωταρχικό. Στην πηγή των πραγμάτων και τον τρόπο αντιμετώπισής  τους.

2.      Τρόπο ριζοσπαστικό. Με την ριζοσπαστικότητα να γίνεται δυνατότητα μετασχηματισμού της κοινωνίας στον άξονα πολιτικού/αισθητικού.

3.      Η τέχνη για να είναι ριζοσπαστική, κατά Krzysztof  Ziarek, οφείλει να στραφεί στις ρίζες της εμπειρίας. Μιλώντας για νεοελληνική ποίηση, ποιες είναι οι ρίζες και τί σημαίνει το πλησίασμά τους;

4.      «Τι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου/ όταν οι ρίζες μου απαγχονίστηκαν στον ουρανό/ και το άγριο χώμα προχωράει και σφίγγει όλο και πιο στενά / το Μισολόγγι», γράφει ο Βύρωνας Λεοντάρης (Μόνον διά της λύπης, 1976).

5.      Εκφράζοντας έναν απολογισμό τόσο για την ποιητική μας παράδοση (και τον εθνικό χαρακτήρα της, βλ. αναφορές στον Σολωμό) όσο και για την κοινωνική λειτουργία της ποίησης. Το ρόλο του ποιητή και το χαμένο όραμα της αριστεράς του μεταπολεμικού και μεταπολιτευτικού ελληνικού κόσμου μετουσιώνοντας σε ποιητικό λόγο τις θέσεις του δοκιμίου του «Για την ποίηση της ήττας» (1964).

6.      Διατρέχοντας τα πέντε στάδια του πένθους (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση) μεταβαίνουμε από την κατάθλιψη στην αποδοχή ή αλλιώς από την αριστερή μελαγχολία στην συναίνεση.

7.      Την αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού ακολουθεί η ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος, που από το 1990 και μετά δεν αναγνωρίζει κοινωνικές συγκρούσεις με πρόσημο αριστεράς/δεξιάς. Επομένως, τί τέχνη κάνει, τί ποίηση γράφει η γενιά της συναίνεσης, του πολιτικού consensus;.

8.       Ας μου επιτραπεί η εισαγωγή του όρου «ποίηση της συναίνεσης» με αφετηρία την μετά-γκραμσιανή θεωρητικό Chantal Mouffe.

9.      Η Mouffe επιζητά την επαναφορά της αντιπαλότητας στην πολιτική. Τον «αγωνισμό» και μία «συγκρουσιακή συναίνεση», ομόφωνη στις δημοκρατικές αρχές, συγκρουσιακή στις ερμηνείες.

10.  Στην κεντρώα συνθήκη του τρίτου δρόμου, των ίσων αποστάσεων, ποιες δυνατότητες ρήξης και καλλιτεχνικής παρέμβασης στον εξουσιαστικό λόγο υπάρχουν ή μπορούν να υπάρξουν για τους δημιουργούς των πρώτων δεκαετιών του 2000 και σε ποιο κοινό απευθυνόμαστε;

11.  Σε ένα κοινό που έχει απαξιώσει την πολιτική διαμάχη, έχοντας βιώσει τη μνημονιακή δεκαετία της μοναδικής λύσης και της μηδενικής εναλλακτικής. Με άλλα λόγια το περίφημο «τέλος της ιδεολογίας» πόσο χρόνο ζωής δίνει στην ποίηση; Μπορεί η ποίηση να είναι κοινωνικά αναγώγιμη, επαναφέροντας το φαντασιακό στην δημόσια σφαίρα; Θα μπορούσε να μεταβολίσει τις ατομικές εμπειρίες σε συλλογικό πάθος, σε εξέγερση;

12.  Κι εδώ επιστρέφουμε στις ρίζες της νεοελληνικής ποίησης και την ανάγκη για προγραμματική μετά-ανάγνωση της κλασσικής γραμματείας, του δημοτικού τραγουδιού και της σολωμικής πρόσληψης σχεδόν 200 χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση. Μία διαλεκτική πλαισιωμένη με κριτικό, δοκιμιακό λόγο.

13.  «Αλλά εσύ γενιά του αιώνα/ τραγούδα μην κρεμάς τα όργανα σου στις ιτιές/ και μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου/ τίποτε μη μνησθείς / περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα/ σε γήπεδα πλατείες και στρατόπεδα» γράφει πάλι ο Λεοντάρης  χρόνια μετά στο «Έως» (2003).

14.  Κι εμείς σιγοτραγουδάμε. Έναν σκοπό ακατάληπτο. Όπως το σιωπηλό ενδεχόμενο της ριζικής αλλαγής ή τον συριγμό μίας τέχνης αμήχανης στην επικράτεια του κυνικού πραγματισμού, της ευρείας όσο και άνευρης συναίνεσης. Παραφράζοντας τον Σεφέρη της «Τελευταίας Μέρας»: ούτε γρέγος ούτε σιρόκος η μόνη απόφαση που ακούστηκε.

Ποιήτρια, κριτικός

Θωμάς Τσαλαπάτης: «Από την ποιητική της εξέγερσης στην εξέγερση της ποιητικής»

 

Θωμάς Τσαλαπάτης*

 

Από την ποιητική της εξέγερσης στην εξέγερση της ποιητικής

 

Η εξέγερση είναι ο τρόπος που έχει ο κόσμος να υπενθυμίζει στον εαυτό του πως είναι νέος. Πως κάθε τι είναι δυνατό και πως κάθε τι ειπωμένο μπορεί να ειπωθεί εξαρχής. Οι άνθρωποι της κρίσης είναι οι κληρονόμοι ενός ληγμένου μέλλοντα. Ενός πλέγματος βεβαιοτήτων το οποίο κατέρρευσε εκκωφαντικά στους πρώτους ελάχιστους τριγμούς. Κληρονόμοι μιας πλαστικής υπόσχεσης εντός της οποίας διαμόρφωσαν την ταυτότητά τους. Μα όταν η υπόσχεση καταπατήθηκε η ταυτότητα άδειασε. Οι κληρονόμοι έπρεπε να προσδιορίσουν τον εαυτό τους εξαρχής. Αυτό που έφερε η κρίση είναι η απόλυτη ρευστοποίηση των βεβαιοτήτων. Αρχικά των οικονομικών βεβαιοτήτων και στη συνέχεια των πολιτικών, των κοινωνικών και τελικά των αισθητικών και ταυτοτικών. Η εξέγερση στο ελληνικό της πρόσφατο παράδειγμα -ο Δεκέμβρης του 2008, οι μεγάλες πορείες της κρίσης, το κίνημα των πλατειών και οι τοπικές κινήσεις, τα συλλαλητήρια γύρω από το δημοψήφισμα του 2015- δεν αποτέλεσε μόνο τρόπο διεκδίκησης αλλά ταυτόχρονα αναζήτηση τόσο της διεκδίκησης αυτής όσο και του υποκειμένου που διεκδικεί. Πολλαπλοί μετασχηματισμοί σε διαφορετικά επίπεδα, επαναπροσδιορισμός της επιθυμίας, του κοινωνικού δεσμού, του συλλογικού φαντασιακού.

Η ποίηση έρχεται να συναντήσει την εξέγερση στην έμπρακτη λειτουργία της. Αποκομμένη από την παράδοση -αλλά χωρίς να την αγνοεί- αποτελεί γλωσσική διεκδίκηση και ταυτόχρονη προσπάθεια προσδιορισμού της διεκδίκησης αυτής ακριβώς κατά τη στιγμή της δημιουργίας της. Η ποίηση είναι και αυτή μια συμφωνία ρευστότητας. Μια αλληλουχία παραδοχών και αναίρεσης τους. Παραδοχή πρώτη: η γλώσσα είναι το μόνο εργαλείο που έχουμε για να αντιληφθούμε τον κόσμο. Παραδοχή δεύτερη: το εργαλείο αυτό είναι περιορισμένο. Παραδοχή τρίτη: εντός της ποιητικής γλώσσας, η λέξη απελευθερώνεται από τις επιταγές της λογικής και της απόδειξης. Εδώ τα αντίθετα συνυπάρχουν αρμονικά. Εδώ το νόημα προϋπάρχει της διατύπωσής του και η ποιητική γλώσσα προϋπάρχει του ποιήματος. Η ρευστότητα των λέξεων και των νοημάτων ταυτίζεται με το νόημα.

Ο άλλος κόσμος, αυτός που διεκδικεί να αντικαταστήσει ολοκληρωτικά τον υπαρκτό κόσμο, δεν είναι κάτι που κερδίζεται ξαφνικά. Δεν είναι καν ένας τόπος με προκαθορισμένο σχήμα. Δημιουργείται διαρκώς από μια νέα εξέγερση. Και διατυπώνεται κάθε φορά εκ νέου από τον τρόπο ενός νέου ποιήματος.

* Ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, δοκιμιογράφος

Μαρία Τοπάλη: «Ο Καραγκιόζης»

 

Μαρία Τοπάλη*

 

Ο Καραγκιόζης

 

Οποιαδήποτε οργανωμένη μορφή εξέγερσης με απωθεί, ίσως γιατί τη νιώθω να αντιβαίνει στην εκρηκτικότητα που, αυτή πάλι, με έλκει. Από την άλλη, είναι σημαντικό να μετασχηματίζουμε σε πρόγραμμα (δηλαδή σε οργανωμένη δράση) ό,τι εκρηκτικό αισθανόμαστε. Το να εγγράψει κανείς τον πολιτικό εαυτό του σε μια συλλογική ατζέντα που περιλαμβάνει τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ισότιμη κατανομή του παγκόσμιου πλούτου, τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ – όχι, δεν το βρίσκω «εξεγερσιακό», ούτε καν εκρηκτικό. Μου φαίνεται απλώς αυτονόητο.

Εκεί που το πράγμα γίνεται πιο ενδιαφέρον είναι στο σημείο που το προσωπικό συναντά το πολιτικό, όπως μας δίδαξαν οι φεμινίστριες των σίξτις και των σέβεντις. Ναι, εκεί η ζώνη είναι διακεκαυμένη και ο αέρας μυρίζει μπαρούτι διαρκώς. Πώς να αναλάβουμε τον ιδιωτικό μας εαυτό μένοντας πιστές και πιστοί σε δημόσιες αξίες; Πάντα με ενδιέφερε πώς υλοποιείται μια τέτοια οπτική στα ελληνικά ποιητικά πράγματα. Ιδίως παλαιότερα, αλλά και σήμερα, θεωρώ συνώνυμη της ποιητικής (μου) ιδιότητας μιαν εμπρηστική στάση απέναντι στα δημόσια ποιητικά πράγματα. Αυτή επικεντρώνεται σε δυο εκφάνσεις του ποιητικού πολύπτυχου: στην «επί σκηνής» παρουσίαση της ποίησης και στην κριτική. Για πλήθος λόγων που δεν επιτρέπει ο χώρος που δίνεται σε αυτό το σημείωμα να αναπτυχθούν, βίωσα το ισχύον στις δυο αυτές πλευρές «καθεστώς», όπως το βρήκα να με περιμένει στα πρώτα μου βήματα, σαν μια ασφυκτική κρούστα κάτω από την οποία κολυμπούσα. Έπρεπε επειγόντως να τη σπάσω για να πάρω μιαν ανάσα. Δεν θεωρώ τυχαίο το γεγονός ότι την ίδια ανάγκη ένιωσαν και άλλες και άλλοι ομότεχνοι.

Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σημαντικό να μένει κανείς πιστός στην εσωτερική ανάγκη της δημόσιας έκρηξης. Ο πάγος ήταν κατά σημεία λεπτότερος ενώ δεν έλειψαν και δε λείπουν οι υποστηρικτές, περιστασιακοί ή μόνιμοι. Σε αυτές τις περιπτώσεις, άλλωστε, δεν κινδυνεύει κανείς από οργισμένους «αντιπάλους», τουναντίον, εύχεται ολόψυχα να τους συναντήσει και να διασταυρώσει μαζί τους ένα κάποιο ξίφος ή ξιφίδιο. Αλλά το πανίσχυρο καθεστώς γνωρίζει πώς να αναπαράγει τον εαυτό του. Στις δυο πλευρές-πεδία σύγκρουσης που κατονόμασα, η καθεστηκυία τάξη σε αυτή τη μακρινή γωνιά της νοτιοανατολικής Ευρώπης αντιπαραθέτει στις πρωτότυπες μορφές παρουσίασης, στις performances, μια συγκαταβατική αναγνώριση, και στο κριτικό πνεύμα την παγερή σιωπή. Τους ποιητές και τις ποιήτριες στην Ελλάδα τους θέλουμε μάτσο και εθνικούς, να τους τραγουδάμε λαϊκότροπα στις πλατείες. Ή τις/τους θέλουμε αφασικούς και άναρθρους. Θυμάστε την υποδοχή που ποτέ δεν έγινε στον Σεφέρη μετά την απονομή του Νόμπελ; Κι ύστερα τον λέμε γκρινιάρη. Και λίγη ήταν η γκρίνια που εξέφραζε, θα μου επιτρέψετε.

Ε, πέρασε λοιπόν ο καιρός και από τα δικά μας εκρηκτικά επιτελεστικά και κριτικά νιάτα. Άρχισαν και κάποιες εξεγερμένες/οι να βολεύονται σε δημόσια ή ημι-δημόσια πόστα, να αποσπούν βραβεύσεις και τιμές ενώ το τοπίο παραμένει γύρω μας γρανίτινο, αμίλητο, αμετάκλητα, λες, απαμβλυμένο. Γι’ αυτό, ίσως η μόνη ανοξείδωτη εξέγερση σε αυτή την έρημο του σχολαστικισμού και της σοβαροφάνειας είναι να επινοείς συνέχεια, ξανά και ξανά, έναν τρόπο να κάνεις τον τρελό του χωριού. Πάντοτε θα υπάρχει στην Ελλάδα μια θεσούλα για τον Καραγκιόζη, τον καραγκιόζ μπερντέ και τον καραγκιοζοπαίχτη πίσω του. Μια κοροϊδευτική ανάσα.

* Ποιήτρια, κριτικός και μεταφράστρια

Γιάννης Δούκας: «Συντακτική ανάλυση»

Γιάννης Δούκας*

 

 

Συντακτική ανάλυση

 

 

Στις πνιγόμενες πόλεις της αναλώσιμης μικροκλίμακας, την ασύδοτη βία ως θεσμική αποκατάσταση της τάξεως, τ’ απόνερα των πατριδοκάπηλων συλλαλητηρίων, τους βωμούς και τις εστίες των υδρογονανθράκων, την επινόηση του δημόσιου χώρου ως τραπεζοκαθίσματος και κλίνης τουριστικών καταλυμάτων, την κυρίαρχη, κοντόφθαλμη και μικρονοϊκή, αντίληψη της πολιτικής με όρους αγοράς, την αλήθεια όχι ως απόδειξη, αλλά ως ανασκευή, ανάμεσα στις φλόγες που έκαψαν τη Μόρια και σ’ εκείνες που προπαρασκευάζουν την αξιοποίηση του Ερημίτη, δεν είναι λίγα εκείνα, απ’ όσα μας περιβάλλουν, που αναδεικνύουν το ζητούμενο της εξέγερσης.

            Ποιες, όμως, θα έπρεπε να είναι η θέση και η λειτουργία της τέχνης σε ό,τι το αφορά; Ούτε να υποκαθιστά, θα έλεγα, την πολιτική δράση, ούτε να συνωθείται στον ευκαιριακό σχολιασμό της επικαιρότητας. Σκοπός δεν είναι μια πορνογραφία του φλέγοντος ζητήματος, ούτε η εργαλειοποίηση της ίδιας μας της ταυτότητας με την υστερόβουλη αγωνία να φανούμε συναφείς με τη συγκυρία εντός της οποίας τοποθετούμαστε. Δραστικότερο, κατά τη δική μου τουλάχιστον πρακτική, είναι αυτό που καταπιάνεται έμμεσα με το σήμερα, εντοπίζοντας αλλού τον διαχρονικό πυρήνα του, ανατρέχοντας στην Ιστορία για να το ερμηνεύσει. Στο παρόν του, βέβαια, οφείλει ο καθένας μας να είναι ενεργός πολίτης, να παίρνει θέση και να παρεμβαίνει, όχι όμως εξ ονόματος της όποιας ιδιότητας, ακόμη κι αν είναι αυτή που του δίνει τον λόγο.

            Εδώ πρέπει να μπει ένας αστερίσκος που γίνεται και κατακλείδα: είναι ειλικρινής μου η απορία και όχι προσχηματική στη ρητορεία της, αν ως πολίτες της μεσαίας τάξης των δυτικών χωρών, έστω και κατά τη μετατροπή μας σε υπερπροσοντούχο πρεκαριάτο, με την τρυφερότητα της εκφραστικής ευαισθησίας μας, την ύστερη, ξεχειλωμένη μας νεότητα, δικαιούμαστε όντως να μιλήσουμε για την εξέγερση, να διανοηθούμε τον εαυτό μας ως υποκείμενό της, ενώ κι εμείς οι ίδιοι και ο κόσμος, απ’ τον οποίον εκπορευόμαστε, και ο τρόπος ζωής, που αδυνατούμε ν’ απαρνηθούμε, θα αποτελούσαμε στην ουσία το ιδανικό της αντικείμενο.

*  Ποιητής, φιλόλογος, μεταφραστής

Μαρία Κουλούρη: «Για μια εξέγερση που ακόμα αργεί»

Μαρία Κουλούρη*

 

Για μια εξέγερση που ακόμα αργεί

 

Έχουν περάσει πάνω από 150 χρόνια, από τότε που ο Μαρξ διατύπωσε τη θεωρία σχετικά με την κυριαρχία των ιδεών μιας εποχής. Μια κυριαρχία, που ορίζεται από τις ιδέες της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης. Κάνοντας μια γρήγορη αναδρομή στην ιστορία εξέλιξης του ανθρώπου, και κατ’ επέκταση των κοινωνιών, εύκολα μπορεί να αποδειχθεί ο συσχετισμός αυτός. Ο λόγος του ισχυρού, κατέχει καθεστωτική θέση. Και η όποια ανατροπή της συνθήκης αυτής προέρχεται από τη συσπείρωση γύρω από μια συγκεκριμένη ιδεολογία, μακριά από ενικές ιδιοτελείς προθέσεις.

Ερχόμενοι στο παρόν, εύστοχα μπορεί κανείς να αναρωτηθεί για την ύπαρξη κάποιας ιδεολογίας. Τι αφήνει ο καπιταλισμός να αναπνεύσει, πέρα από την έννοια της αξίας χρήσης. Ακόμα και η γνώση πέρασε στη σφαίρα της ανταλλαγής. Οι νέοι σπουδάζουν για να εξασφαλίσουν την επαγγελματική τους αποκατάσταση.  Έτσι, ο λόγος της επιστήμης μετατρέπεται σε εξισωτικό φορέα. Όλοι όσοι έχουν απολυτήριο λυκείου, θα αμείβονται τόσο. Όσοι έχουν ένα πτυχίο ανώτερης εκπαίδευσης, τόσο. Όσοι έχουν μεταπτυχιακό, τόσο κ.ο.κ.

Από την άλλη, η διαδρομή από τη διαρκή παραγωγή στη διαρκή κατανάλωση έχει πλέον ομογενοποιήσει τα άτομα καθιστώντας τα, πρώτα και κύρια, καταναλωτές. Ο σύγχρονος άνθρωπος από τη στιγμή της σύλληψής του ακόμα, πριν καν γεννηθεί, δένεται εξαρτητικά με την κατανάλωση.  Όλοι, ανεξάρτητα από την οικονομική μας κατάσταση, οφείλουμε να καταναλώνουμε, αυτό που το σύστημα αποφασίζει ότι είναι καλό για εμάς. Έτσι, επιτυγχάνεται πολύ εύκολα η ομοιομορφία, η οποία εξασφαλίζει την καθολική μορφή κοινωνικού ελέγχου.

Και αφού όλα γίνονται για το καλό μας, τίθεται το ερώτημα : Υπάρχουν ουσιαστικοί  λόγοι για κάποια ρήξη; Κι αν ναι, ποιοι είναι αυτοί; Στις αρχές του 20ου αιώνα, το ρεύμα του Μοντερνισμού ήρθε για να αποτυπώσει τον αποχωρισμό από το παρελθόν και την παράδοση, αφού οι αλλαγές που έφερε ο 19ος αιώνα στον τρόπο θέασης της φύσης και των δυνατοτήτων του ανθρώπου, αλλά και η φρίκη των δυο Παγκόσμιων Πολέμων, επέβαλαν την ανασυγκρότηση και τον αναστοχασμό στο μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου. Ποιες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές έχουν συμβεί σήμερα ώστε να επιβάλλεται μια καθολική ρήξη με την παράδοση; Ο φιλελευθερισμός του περασμένου αιώνα, λειτούργησε ως προπομπός του τωρινού καθεστώτος. Ακόμα και το αντίπαλο δέος, ο κομμουνισμός, κατέρρευσε βρίσκοντας τα περισσότερα κράτη του Ανατολικού μπλοκ, ανώριμα να ανταπεξέλθουν στις επιταγές της νέας συνθήκης. Το ιστορικό πλαίσιο χαράσσεται  ακόμα και διογκώνεται μέσα στις αρχές του καπιταλισμού και καμία ρήξη δεν μπορεί να επέλθει ξέχωρα από το όριο της ιστορίας.

Η νεωτερικότητα στις μέρες μας, μοιάζει περισσότερο με σχολιασμό και κριτική θέση απέναντι σε ό,τι ισχύει. Δεν πρόκειται για ένα γεγονός αποκοπής από την κατεστημένη πραγματικότητα, αλλά για τη γνωστοποίηση αμφισβήτησης των παρόντων κανονιστικών δομών. Ίσως ακόμα να μην έχει καλοσχηματιστεί αυτό που θα αντικαταστήσει τα δεδομένα του παρόντος. Μέχρι να γίνει κάτι τέτοιο, μπορούμε να πλάθουμε ιστορίες, ευελπιστώντας σε ατομικές πράξεις αντίστασης και αυτονομίας. Άλλωστε, ο άνθρωπος γοητευόταν ανέκαθεν από μυθοπλασίες και σε αυτές στηρίχτηκε για να πορευτεί μέσα στους αιώνες.

 

* Ποιήτρια, λογοθεραπεύτρια, σύμβουλος ψυχικής υγείας και εμψυχώτρια θεατρικής ομάδας ενηλίκων με αυτισμό και νοητική υστέρηση στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Παναγιώτης Ιωαννίδης: «Η συνεπής, διαρκής επαναστατικότητα της τέχνης»

Παναγιώτης Ιωαννίδης*

 

Η συνεπής, διαρκής επαναστατικότητα της τέχνης


Ό,τι απλώς εξεγείρεται, δεν ανασυστήνει· δεν ανασυντάσσει τον ορατό και αόρατο, τον ρητό και σιωπηρό, κόσμο· είναι μόνον χειρονομία εναντίον του. Δεν είναι τέχνη· είναι απλώς αυτοέκφραση. Η ποίηση που απλώς εξεγείρεται, είναι ατελής. Η ολοκληρωμένη τέχνη είναι διαρκώς επαναστατική στην ουσία της· ενίοτε και στην μορφή της. Δεν αρκείται στην εκπυρσοκρότηση, δεν συγκρούεται απλώς, δεν καταρρίπτει μόνο: εγκαθιδρύει χώρο απεριόριστης πνευματικής ελευθερίας, οικοδομώντας ταυτοχρόνως εντός του, βάσει των δικών της ιδεών για την πραγμάτωση της ελευθερίας αυτής (που δεν αποκλείεται να μοιάζουν με παλαιότερες, ή να χρησιμοποιούν στοιχεία τους). Δηλαδή επαναστατεί. Αυτή η διεκδίκηση, η διάνοιξη, και η πραγμάτωση μιας δίχως φραγμούς ελευθερίας είναι η αενάως επαναστατική φύση της τέχνης. Και, ενίοτε, η τέχνη επαναστατεί και μορφικά: απορρίπτοντας παλαιούς τρόπους και επιβάλλοντας νέους (που μπορεί να τους εμπνέεται από ξεχασμένες ή ξένες πηγές).

 

Η επαναστατικότητα, λοιπόν, της εντελούς τέχνης συνίσταται στην –κατά τα φαινόμενα– παράδοξη σύζευξη της λεπτολόγου και στοχαστικής δημιουργίας (εν αντιθέσει προς την εκρηκτική, παρορμητική, εξεγερτική αυτο-έκφραση) με την διατράνωση ενός ατέρμονου πεδίου ελευθερίας: πεδίου που η τέχνη ταυτοχρόνως απαιτεί, διεκδικεί, διανοίγει, και περιφρουρεί. Η τέχνη, δηλαδή, δεν είναι μόνον κίνηση εναντίωσης και κατάρριψης (εξέγερση) – είναι επίσης, και πρωτίστως, απόφαση και περάτωση νέου κτισίματος. Εκεί έγκειται η επαναστατικότητά της.

 

Η σε διάφορες περιόδους και συνθήκες (π.χ. υπό ολοκληρωτικά καθεστώτα ή χάριν θεωρητικών υποθέσεων και διεκδικήσεων) απαίτηση να συνταχθεί ή να αντιταχθεί (εξεγειρόμενη) η τέχνη με πεδία εκτός του δικού της –που ασφαλώς καθορίζει αλλά και επηρεάζεται από άλλα χωρίς να συμπίπτει με αυτά· αίφνης: το πολιτικό–, δηλώνει είτε αδιαφορία και άγνοια για την ίδια την τέχνη, είτε δολιότητα: όταν ζητά από την τέχνη να εκτραπεί από το πεδίο της, ακυρώνοντας, ταυτοχρόνως, την αυτονομία και την αυταξία των άλλων. Π.χ., η πολιτικώς 'στρατευμένη' τέχνη, και ακροβατεί ως τέχνη (γιατί, στρατευόμενη, έχει απεμπολήσει την καταστατική ελευθερία της), και αφοπλίζει την πολιτική, καθώς την υποδύεται. (Κατά μοιραία ειρωνεία δε, η πολιτική –των εξεγέρσεων συμπεριλαμβανομένων– δεν χρειάζεται την τέχνη: μια χαρά τα καταφέρνει και χωρίς αυτήν.)

 

Την διαρκή επανάσταση της αληθoύς τέχνης, συνοδεύουν και άλλες συναφείς δημιουργικές (και όχι καταστρεπτικές) πράξεις: π.χ., η ανασύνταξη του καλλιτεχνικού κανόνα· και η αποτίμηση των σύγχρονων έργων όχι από την καθεστηκυία κριτική αλλά από την σύγχρονή τους, που τα (παρ)ακολουθεί.

 

Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι υφίσταται ρήξη με την –ποιητική, αισθητική– παράδοση, ούτε στην προσωπική μου εργασία, ούτε στην σύγχρονη ελληνική ποίηση που εκτιμώ. Η παράδοσή μας περιέχει ακριβά, βαθιά κοιτάσματα από τα οποία αντλούμε: δεν ισούται με μια σκυταλοδρομία από 'γενιά' σε 'γενιά' – γιατί, όντως, λιγοστή συνάφεια με τις πλησιέστερες προηγούμενες 'γενιές' παρατηρώ. Η γενεαλογία της αξιόλογης σύγχρονης ελληνικής ποίησης είναι οπωσδήποτε συνθετότερη: περιλαμβάνει παλαιότερες Ελληνίδες ποιήτριες και ποιητές, αλλά και ξένες/ους ομοτέχνους διαφόρων περιόδων. Αυτή δε η επαναξιολόγηση του νεοελληνικού ποιητικού κανόνα και οι εκλεκτικές συγγένειες με ξένες ποιητικές φωνές, αντικατοπτρίζονται όχι μόνο στο εκάστοτε ποιητικό έργο, αλλά και στην πολιτεία σύγχρονων ποιητικών δράσεων – π.χ. του περιοδικού “ΦΡΜΚ” και των εκδηλώσεων “Με τα λόγια (γίνεται)”, για να μείνω σε δύο που γνωρίζω εκ των έσω.

 

* Ποιητής, μεταφραστής, επιμελητής δημοσιεύσεων, διοργανωτής εκδηλώσεων, συνεργάτης εγκαταστάσεων και δράσεων, δάσκαλος δημιουργικής γραφής

Εύα Σπαθάρα: «Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργη»

Εύα Σπαθάρα*

 

Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργη

 

Ας σκεφτούμε αρχικά την στάση, τις πιθανές ερμηνείες της, την κίνηση και την ακινησία της. Μια κίνηση που προσδίδεται από τις προθέσεις. Επί-ανά-σταση. Η πρόθεση κινεί την στάση, ωθεί σε μια κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας  μετασχηματιστικής ορμής και σύγκρουσης απέναντι σε μια κανονικότητα (να μια λέξη που βρωμάει κρέας, πόσο κανονική, κανονιστική, τιμωρητική  είναι η κανονικότητα;) που οφείλει άμεσα, εδώ και τώρα να ανατραπεί. Απελπισία και ελπίδα για ένα μέλλον που δεν θα οριστεί ως διαρκές διακύβευμα ανησυχίας αλλά ως άνοιγμα στο αδύνατο, στην πραγμάτωσή του.

Σισύφειος όρος η επανάσταση γιατί αυτό το ανά στη μέση της ωθεί σε μια διαρκή επαναληψιμότητα, σε μια τροχιά σε διαρκή κίνηση προς το αεικίνητο ενός ατελεύτητου αναστοχασμού επί της επανάστασης ως διαρκούς σύγκρουσης, ως διαδικασία εις το διηνεκές.  Η στάση πληθύνεται, διαστέλλεται από την διαρκή τοποθέτηση των υποκειμένων στο επί και ανά αυτής. Εκτρέπεται σε στάσεις, απεκδύεται της αφαίρεσής της γειώνεται και βιώνεται στην υλικότητα της ως συνεχής μέσα από τον διαρκή αναστοχαστικό της χαρακτήρα. Το ξετύλιγμά της ταυτίζεται με το συνεχές των ρηγματώσεων πλέον, των ανατροπών στην προοπτική του απείρου. Δεν ρυμουλκείται, δεν περιχαρακώνεται, δεν οριοθετείται. Διαλύει την τάξη και διαλύεται η ίδια ως τάξη με ορίζοντα την αταξία του αιχμηρού κρίνειν, του βέβηλου αποσυνθέτειν. Κι εδώ συναντάται με την εξέγερση… εγείρεται εκ… από και προς δηλαδή… ένα έξω που δεν σκιαγραφείται αλλά βιώνεται απλώς και μόνο… είναι η απόδραση των σωμάτων από τη δοσμένη τους συνθήκη, η σύγκρουση με τους/ις εαυτούς/ές που πια δεν γίνονται ανεκτοί/ές. Ορίζοντας; Η ελευθερία των πληθυντικών αυτοδιαθέσεων έξω πέρα και ενάντια από όπου όπως και όποιον καταναγκασμούς,  έξωθεν και έσωθεν.

Θα είχε ενδιαφέρον να στοχαστεί κανείς/μιά γιατί ο όρος επανάσταση στην νεοφιλελεύθερη ατζέντα, στην ρητορική της διαφημιστικής καταναλωτικής λογικής ενδύεται εύκολα με όρους αγοράς, είναι αρεστός, διαρκώς αξιοποιήσιμος, προς βρώση και τέρψη αλλά όχι ο όρος εξέγερση. Ίσως γιατί μια πρώτη ελάχιστη ερμηνεία θα ήταν ότι η επανάσταση  έχοντας εν τη εκρήξει της ένα βαθμό γενίκευσης, συνεπώς και μεγαλύτερης αφαίρεσης συγκριτικά με την εξέγερση, απολύει τον συγκρουσιακό της χαρακτήρα, εκπίπτει νοούμενη ως εύκολα εφικτή στην πραγμάτωσή της. Τα πάντα είναι επανάσταση υπό την προϋπόθεση ότι τα πάντα μπορούν να καταναλωθούν.  Ακόμα και η επανάσταση.  

Τι συνιστά ένα εξεγερμένο σώμα, απέναντι σε ποιον και σε τι εξεγείρεται; Ένα σώμα που δεν μένει στη θέση του, που διαρκώς κινείται στον ενσώματο χώρο και χρόνο αντιστέκεται παθιασμένα σε άτρωτες βεβαιότητες και καθεστωτικές αξιώσεις αλήθειας. Όπως το φύλο.  Φεμινισμοί, κινήματα ταυτοτικά, αποσταθεροποιητικά, ενδεχομενικά…  ωθούν σε ρήξεις, διαρρήξεις και συγκρούσεις, έξωθεν και έσωθεν, σε μια διαρκή διαλεκτική διαδικασία  επί-ανά-νοηματοδότησης του φύλου, των φύλων, ωθούν στην κατάργησή τους, την ανάδειξη τους, ως διαρκή διαδικασία  εμβολής των φυσικοποιημένων αληθειών, των κανονιστικών ηγεμονικών λόγων. Συνιστούν το προς της νοηματοδότησης του εκ… προς μια προοπτική  διάνοιξης του βλέμματος, αποαποικοιοποίησης των μυαλών και των σωμάτων, αποπατριαρχικοποίησης των σχέσεων… Ή -για να παραφράσω ένα γνωστό σύνθημα- προς μια οργιώδη βλάστηση των φύλων ενάντια στον τετραγωνισμό τους.

Υ.Γ. Ο τίτλος αποτελεί δάνειο τίτλου ποιήματος του Ν. Καρούζου

* Ποιήτρια

Θοδωρής Ρακόπουλος: «Το ασίγαστο πάθος»

Θοδωρής Ρακόπουλος*

 

Tο ασίγαστο πάθος

 

Είναι δύσκολη η εννοιολόγηση της εξέγερσης. Προσωπικά την θεωρώ από τις λέξεις (όπως «θάνατος» ή «αγάπη») που πολύ δύσκολα θα έβαζα σε ποίημα: ο βασικός λόγος είναι ότι δεν γνωρίζω ακριβώς τι σημαίνει. Γνωρίζω εμπειρικά τις πολιτικές μετασχηματισμού και ριζοσπαστικής αλλαγής– σε αυτές έχω συμμετάσχει κατά το δυνατόν από μικρός και συμμετέχω ακόμα, κι αυτές καθοδήγησαν επιλογές στη ζωή μου, από την επιλογή επαγγέλματος σε έναν δημόσιο φορέα που προσφέρει εκπαίδευση εκτός του βεληνεκούς του κέρδους, μέχρι τις προτεραιότητες που δίνω στον δημόσιο λόγο που αρθρώνω. Φοβάμαι ότι λέξεις όπως «εξέγερση» ή ακόμα και «επανάσταση» έχουν σε τέτοιο βαθμό απορροφηθεί από το ηγεμονικό λεξιλόγιο που έχουν εν πολλοίς χάσει την αιχμή τους. Δεν συμβαίνει αυτό με άλλες λέξεις του πολιτικού λεξικού της καθημερινότητας: η λέξη «κομμουνισμός», για παράδειγμα, διατηρεί γερό μέρος από το ιστορικό φορτίο ευθύνης, υπευθυνότητας αλλά και δυναμικής της – και ίσως γι αυτό, ακόμα τρομάζει κάποιους.

Οι περισσότεροι ποιητές είναι –κατ’ανάγκην- συμμετέχοντα υποκείμενα στις υπάρχουσες πολιτικές οντολογίες, ακόμα και όταν είναι ενεργά –ακόμα και διακηρυκτικά- απολιτίκ. Η αποφυγή ξεκάθαρης αναφοράς πάντως σε ζητήματα αιχμής στην σύγχρονη ποίηση είναι ίσως και δείγμα φόβου ανάληψης ευθύνης. Δεν αναφέρομαι σε ζητήματα κοινής παραδοχής: δεν αναφέρομαι, για παράδειγμα, στο πόσο «κακή» είναι η Χρυσή Αυγή. Σε αυτό συμφωνούμε όλοι. Αναφέρομαι στο κατά πόσον θα στιγματίζαμε την δράση της Χρυσής Αυγής δίπλα σε συμβατικούς εθνικιστές (δηλαδή την συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού πολιτικού συστήματος) σε ό,τι αφορά την ελληνικότητα της Μακεδονίας «μας». Θα γράφαμε ένα σχετικό ποίημα ή κείμενο για να στιγματίσουμε τον πυρήνα της ιδεολογίας της αν ξέραμε ότι οι δράσεις της ΧΑ στο Ξυνό Νερό γίνονταν ενάντια σε πολίτες που μιλάνε «μακεδόνικα», μια γλώσσα που για την μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων δεν υπάρχει;

Η ευθυνοφοβία πολλών ποιητών και η αοριστολογία ακόμα περισσότερων είναι δείγμα της εποχής: γίνονται αναφορές, για παράδειγμα, στην «εξουσία» ως κάτι το νεφελώδες και πάντως αόριστα «κακό», αλλά αποφεύγεται μια ξεκάθαρη συζήτηση για απτές εκφάνσεις της, και επιδιώκεται μια κατασίγαση των όποιων ρεαλιστικών στοιχείων συγκροτούν τον σύγχρονο κόσμο. Δεν υπήρξε, για παράδειγμα, ποιητής που να αρθρώσει κριτικό, επιθετικό λόγο για τα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά του lockdown όπως επιβλήθηκε στη χώρα μας – μόνο μελαγχολία για την προσωρινή απώλεια των φίλων.

Γνώμη μου είναι ότι η συγκρότηση πολιτικής συνείδησης αλλά και η σχετική δημόσια έκφραση, φέρει κόστη. Το «ασίγαστο πάθος» του Κοστάντσο Πρέβε, η συνεχής μετασχηματική συνθήκη που μας ορίζει ο κοινωνικός ρόλος της γλώσσας, είναι ίσως το διακύβευμα εδώ. Η ανοιχτή ρήξη με το κοινό αίσθημα, που είναι ο απόλυτος εχθρός της καλής ποίησης, είναι το ζητούμενο. Και φοβάμαι ότι οι περισσότεροι ποιητές, και όχι μόνο στην Ελλάδα, προτιμούν την σύμπλευση παρά την απαξίωση του κοινού αισθήματος. Προτιμούν να γίνονται αρεστοί με γενικές αναφορές (ακόμα και με όρους που -κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον- το σύστημα έχει απορροφήσει και καταστήσει στρογγυλούς, όπως «εξέγερση») παρά το να στενοχωρούν με συγκεκριμένες κοινωνικές κριτικές για συγκεκριμένα θέματα. Προτιμούν την συμβατική, τελικά, από την έκκεντρη ματιά στον κόσμο που μοιραζόμαστε. Νομίζω πως κάτι χάνεται από την πλάγια, ριζοσπαστική ματιά της ποίησης στον κόσμο, στη διαδικασία αυτή.

 

* Ποιητής, μεταφραστής, Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Πανεπιστημίου του Όσλο

Παυλίνα Μάρβιν: «Φεϊρούζ, καημέ μου Φεϊρούζ/έμαθα πάντοτε να δίνω/όσα δεν έδωσε κανείς»

Παυλίνα Μάρβιν*

 

Φεϊρούζ, καημέ μου Φεϊρούζ / έμαθα πάντοτε να δίνω / όσα δεν έδωσε κανείς: Το πνεύμα του δώρου ως κατεξοχήν πραγμάτωση εξέγερσης στον καπιταλισμό τον εξηνταβελόνη

 

Το μικρό μου κείμενο ξεκινά με στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου από το τραγούδι «Φεϊρούζ», για να υποστηρίξει την έννοια του δώρου ως μια από τις μοναδικές ελπίδες  αντίστασης και ως πράξη εξέγερσης καθαυτής, ενάντια στην αδίστακτα υπολογιστική κοινωνία που μεθοδικά και με σταθερότητα οικοδομεί το μονοπώλιο του καπιταλιστικού τρόπου ζωής μας. Χρειάστηκε να καταφύγω στο θεμελιώδες έργο του Γάλλου εθνολόγου Μαρσέλ Μως ‘Το δώρο - Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής’, για να μπορέσω να διευκρινίσω πως δεν αναφέρομαι στο δώρο ως «είδος συστήματος ανταλλαγής ή μάλλον προσφοράς δώρων, τα οποία έπρεπε αργότερα να ανταλλάξουν ή να ανταποδώσουν» οι άνθρωποι, δεν αναφέρομαι στην ελεημοσύνη, στην αντιπαροχή, στην πίστωση, στην υποχρέωση προσφοράς. Αναφέρομαι στην βαθιά μου πεποίθηση πως το να τερματίσουμε θετικά τη συνθήκη της ολικής παροχής, το να πιστέψουμε στην εξέγερση που συνιστά το δώρο, αυτό που στα έθιμα των Μαορί κατά τον Μως είναι ο δεσμός που δημιουργείται ανάμεσα σε ψυχές, αυτό που συμβαίνει όταν προσφέροντας κάτι προσφέρεις ένα κομμάτι από τον εαυτό σου, αυτό που η γιαγιά μου το έλεγε «δίνει και το βρακί της», αυτό που γράφει ο Σέιμους Χήνυ στο ποίημά του «Ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι», πως «τώρα, πρέπει να κρατά το χέρι του/ σαν κλαδί έξω στον ήλιο και τη βροχή για βδομάδες/ ώσπου να εκκολαφθούν οι νεοσσοί και ν’ αποκτήσουν φτέρωμα και να πετάξουν(…). Μόνος και αντικαθρεφτιζόμενος καθαρά στο βαθύ ποτάμι της Αγάπης» (…)», αυτό, λοιπόν, που θα μπορούσε να οριστεί και ως η προσφορά στα όρια της σπατάλης δυνάμεων, η σπατάλη ως απάντηση στην οικονομία, η γενναιοδωρία ως τελετουργία ομορφιάς, η ανοικονόμητη κοινωνία του δώρου ως αλληλεγγύη, αυτό που σημειώνει η αδελφή μου, Νάντη Χατζηγεωργίου, διαβάζοντας μαζί μου τον Μως, πως «κάθε ξόδεμα που διαφεύγει από την υπολογιστική συναλλαγή, υφαίνει την διαλεκτική μιας χαμένης αμοιβαιότητας του παρελθόντος με την λύτρωση του μέλλοντος», εμείς, μια ακόμη χαμένη γενιά ανάμεσα στην ροζ φούσκα της ευμάρειας και στο σύστημα αλλεπάλληλων οικονομικών κρίσεων που δεν είναι παρά κρίσεις αξιών, στο δώρο πιστεύω, Φεϊρούζ, πως πρέπει να ρίξουμε τα λεφτά μας.

* Συγγραφέας

Πέτρος Γκολίτσης: «Περί πατρίδας, γλώσσας, εξέγερσης και δικτύων»

Πέτρος Γκολίτσης*

 

 

Περί πατρίδας, γλώσσας, εξέγερσης και δικτύων

 

Έγραφα τις προάλλες: «Θα ήθελα η ελληνική γλώσσα να είναι η πατρίδα μου, αλλά δεν έχω πατρίδα. Η γλώσσα είναι νερό».

Κι εκεί που αναρωτιόμουν πού μπορώ να πάω μετά από αυτό, έρχεται η πρόσκληση εκ μέρους της Έδρας Κ.Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν με τίτλο “Εξέγερση:  Η ρήξη με την παράδοση κι η σύγκρουση με την εξουσία” για ένα σύντομο στοχαστικό δοκίμιο.

Αναρωτώμενος λοιπόν πάνω στο «νόημα και το μη νόημα» της εξέγερσης, αναλογίζομαι πώς αλλάζει η αντίληψη περί σοφίας. Διαβάζουμε σε μια ρήση, αποδιδόμενη στον Θαλή τον Μιλήσιο, τον οποίο εκλαμβάνανε ως σοφό: «Είχα την καλή τύχη να γεννηθώ άνθρωπος και όχι θηρίο, άνδρας και όχι γυναίκα και τέλος Έλληνας και όχι βάρβαρος». Κανένα από τα τρία δεν στέκει σήμερα. Αν είχα τέτοια μυαλά θα με διώχνανε από οποιοδήποτε σχολείο ή σοβαρό οργανισμό. Κι όσον αφορά το «να γεννηθώ άνθρωπος και όχι θηρίο», απαντώ Σαχτουρικά: «Μη  φεύγεις θηρίο… θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις».

Και συνεχίζω. Αν ήμουν δέντρο θα είχα τις ρίζες μου στη γη. Θα έφτιαχνα ή θα συμμετείχα σε δίκτυα τύπου Mycorrhizal networks (γνωστά κι ως common mycorrhizal networks  ή Wood Wide Web) κι εκεί θα λειτουργούσα ως αναπόσπαστο μέρος μιας προσωρινής ολότητας. Ως 'ενήλικο' δέντρο θα διαμοιραζόμουν και θα μοίραζα νερό, άνθρακα, άζωτο και άλλα θρεπτικά συστατικά και μέταλλα στα νεότερα δέντρα, ενώ αν ήμουν άρρωστο(ς) θα έστελνα πίσω στο δίκτυο τα εναπομείναντα αποθέματά μου προς χρήση του συνόλου

-σε μια πράξη αξεπέραστου αλτρουισμού- και τέλος θα ενημέρωνα για τους όποιους κινδύνους, όπως π.χ. τις προσβολές εντόμων. Άλλα δεν είμαι δέντρο.

Οι ρίζες μου είναι τα έντερά μου κι αυτά με απασχολούν. Όπως και τα έντερα των διπλανών μου. Τα έντερα τα οποία τα παίρνουμε μαζί μας όπου κι αν πάμε βαδίζοντας μεταξύ χώρου και κενού, αναβλύζοντας στον εκάστοτε χωροχρόνο.

Πράγμα που σημαίνει πως οι ρίζες, το "χώμα" που χρειαζόμαστε για να συνεχίζουμε και να λειτουργούμε δεν είναι υπό (βλ. πατρίδα, μητρίδα) αλλά ούτε και απαραίτητα μπροστά μας (βλ. γλώσσα) αλλά πάνω από (βλ. cloud: ιδεών, πρακτικών, πόρων, καταστάσεων).

Αν οι πόροι μάλιστα είναι τα συσσωρευμένα κεφάλαια -πέρα από τις διαδικασίες κεφαλαιοποίησης- που περνάνε οικογενειοκεντρικά από γενιά σε γενιά ή από μέλος σε μέλος, βάση της άλφα ή βήτα αποδέκτης συμπεριφοράς που τονώνει την αυταξία και την αίσθηση του ανήκειν, κι αν η συμπεριφορά προσδιορίζεται και επηρεάζεται από τη σχετική μου θέση σε αυτή τη μεταφορά, τότε η εξέγερση είναι αυτονόητη. Μέχρι να επέλθει μια συμμετρική κατανομή. Μια άλλη ρύθμιση.

Και πώς αντιδρούν τα εντόσθια στις τόσες πιέσεις; Άμεσα και σε βάθος χρόνου; Πώς θα «μετρήσουμε» αυτή την ευαισθησία; Όπως και να έχει η εξέγερση είναι συνάρτηση  των εντέρων μου. Εκεί σωματοποιείται κι εκεί σχηματίζεται η πίεση. Από εκεί πετιέται το ποίημα, η πράξη, η αντίδραση, η αντίσταση. Κι ανάλογα με την ευαισθησία και την πίεση ξεκινά η διαβάθμιση. Από το «κίνημα πλατειών» και τα «κίτρινα γιλέκα», περνά σε αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις και στο Black Lives Matter, για να καταλήξει στους αποκεφαλισμούς τύπου Τζιχάντι Τζον.

* Ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός, μεταφραστής, Δρ., Ερευνητής στο Κέντρο Ερευνών Νοτιοανατολικής Ευρώπης, και Λέκτορας στο City College, Διεθνές Τμήμα του University of Sheffield

Μαρουσώ Αθανασίου: «Έρως – Θάνατος 0 – 1»

Μαρουσώ Αθανασίου*

 

 

Έρως – Θάνατος  0 – 1

 

Ας ξεκινήσουμε με μια συνειδητοποίηση. Αυτή τη στιγμή που σας γράφω ένα δημόσιο φιλί κοστίζει εξακόσια ευρώ. Όχι, δεν μιλάμε για ένα φιλί μεταξύ ομοφυλοφίλων που κοστίζει εξακόσια ευρώ συν τη βία που ενδεχομένως να υποστούν οι εραστές ή οι ερωμένες κλπ., μιλάμε για ένα φιλί από ΄κείνα που μέχρι πρότινος αποδεχόταν σύμπασα η ελληνική κοινωνία να είναι φανερά. Αυτός ο, περιορισμός θα πω, αφορά σε πρώτη ανάγνωση την πανδημία. Όμως οι επιλογές που κάνει μια κοινωνία την καθορίζουν. Αυτή η κοινωνία λοιπόν, έχει αποφασίσει ότι η εγγύτητα μεταξύ αγνώστων στα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι νόμιμη, αλλά η εγγύτητα μεταξύ εραστών, γνωστών ή αγνώστων, είναι παράνομη. Η διαφορά βέβαια, έγκειται στο γεγονός ότι η επαφή με τον άγνωστο στο λεωφορείο είναι αναγκαία για να πας στη δουλειά. Αντιθέτως, η επαφή με έναν εν δυνάμει εραστή ή μια εν δυνάμει ερωμένη δεν κινεί καθόλου την αγορά.

Αν δεχτούμε ότι ο μπαμπάς Φρόιντ έχει δίκιο για τη σύνδεση Έρως – Θάνατος, ότι δηλαδή η ορμή προς τον Θάνατο αντιτίθεται στον Έρωτα, την τάση προς την επιβίωση και άλλες δημιουργικές καταστάσεις για τη ζωή, τότε καταλαβαίνουμε ότι βάζοντας τον έρωτα σε αναστολή μένει μονάχος του ο θάνατος να κόβει βόλτες στην Αλεξάνδρας μετά τις 9 το βράδυ και μάλιστα χωρίς σκύλο. Κι εδώ αρχίζουν οι ερωτήσεις. Πώς μπορεί να υπάρξει τέχνη όταν δεν υπάρχει ζωή; Τι τέχνη θα είναι αυτή και για ποιους; Ακούω ήδη πολλούς να αντιδρούν λέγοντας ότι μιλάμε για μία κατάσταση προσωρινή και πως δεν θα πάθει και κανείς τίποτα αν μείνει ανέραστος για κάποιους μήνες. Προέχει η ασφάλεια. Προέχει το κοινό καλό. Αλλά μιλάμε όντως για κάτι προσωρινό ή μιλάμε για μια νέα κανονικότητα; Ακούω και τους άλλους να λένε: μα οι καλλιτέχνες ήταν πάντοτε μοναχικοί. Σ’ αυτούς ειδικά, τους πλανημένους, θέλω να πω ότι είναι άλλο να προσμένεις μόνος κι άλλο να ξέρεις πως δεν θα ‘ρθει. Στη δεύτερη περίπτωση μιλάμε για μια θλιβερή απώλεια που καθιστά τη μελαγχολία μια μόνιμη συνθήκη. Η εξέγερση όμως, δεν πίνει νερό ποτέ απ’ αυτό το πηγάδι.

Επομένως, το ερώτημα τελικά είναι ακριβώς αυτό: Πώς εξεγείρεται κανείς απέναντι στη μοναξιά, όταν το καθεστώς τον θέλει απομονωμένο, ανέγγιχτο; Ο Άλλος δεν ξαναγίνεται εύκολα πραγματικός για να σηκώσει το πιρούνι. Το χάσμα είναι εξ ορισμού εκεί κι η απόσταση μεγαλώνει. Δεν υπάρχει διέξοδος απ’ την απόσταση. Φοβάμαι πως την πατάμε σαν τον βραστό βάτραχο, αποχαυνωνόμαστε στη ζεστασιά του νερού και δεν θα πηδήξουμε έγκαιρα απ’ την κατσαρόλα. Η συνήθεια είναι σπουδαίος σιγαστήρας και συνηθίζουμε εύκολα στην καταπίεση. Κι αν κανείς ξεσηκώνεται μόνος του, μοιάζει σαν ένα ανδρείκελο που κουνάει σπαστικά χέρια και πόδια. Αυτός ο ξεσηκωμένος, ο μόνος, θα είναι πάντα καταδικασμένος σε θάνατο, γιατί η μοναξιά δεν μπορεί να γεννήσει καμία αλλαγή προς όποια κατεύθυνση.

* Ποιήτρια, μεταφράστρια

Σταμάτης Πολενάκης: «Για ένα νέο πνεύμα της ουτοπίας»

Σταμάτης Πολενάκης*

 

 

Για ένα νέο πνεύμα της ουτοπίας

 

Ποιο θα είναι το μέλλον της ανθρωπότητας δεν το γνωρίζει κανείς. Φθάσαμε στο σημείο χωρίς επιστροφή, εκεί όπου δεν υπάρχει πια χώρος για οράματα, μυθολογίες και όνειρα. Βρισκόμαστε ενώπιον της φοβερής μηχανής, αντιμέτωποι μ` ένα παγκόσμιο αστυνομικό κράτος του οποίου η δυνατότητα επιβολής και ελέγχου ξεπερνά και τις πιο ζοφερές προφητείες των συγγραφέων εκείνων, οι οποίοι, ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα προειδοποιούσαν για το δυστοπικό μέλλον που επέρχεται.

Η παταγώδης αποτυχία και η ολοκληρωτική κατάρρευση ενός έτσι κι αλλιώς προβληματικού και εξουσιαστικού, αν και διαφορετικού υποτίθεται, μοντέλου οργάνωση της κοινωνίας, όχι μόνο δεν οδήγησε σε μιαν επαναστατική ανασυγκρότηση,  σ` έναν  καινούργιο αναστοχασμό πάνω στο παμπάλαιο ερώτημα τι να κάνουμε; αλλά αντίθετα επέτεινε την παγκόσμια σύγχυση, διέσπειρε το χάος και άφησε ανεξέλεγκτες τις καπιταλιστικές και ολέθριες δυνάμεις της καταστροφής. Σχεδόν κανείς πια δεν τολμά να κοιτάξει στα μάτια τη φοβερή Σφίγγα του χρήματος και των αγορών που καταστρέφει τον κόσμο και ξεριζώνει το χρυσάφι μέσα από τα σπλάχνα της γης.

Μέσα σ` αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο τίθεται με αγωνία το πρόβλημα: Είναι η εξέγερση ακόμα δυνατή; Ναι, θ` απαντούσαμε·  όσο τερατώδεις κι αν είναι οι δυνατότητες του παγκόσμιου ελέγχου, η εξέγερση είναι ακόμα δυνατή και περισσότερο αναγκαία από ποτέ άλλοτε επειδή βρισκόμαστε όλοι σε θανάσιμο κίνδυνο κι επειδή ο ουράνιος άρτος μόνο δεν φθάνει για να θρέψει τα αναρίθμητα πλήθη της πείνας.  Οι μηχανισμοί που πρέπει να πολεμήσουμε με γυμνά χέρια είναι πάντοτε οι ίδιοι αν και ακόμα περισσότερο καταστροφικοί απ` ότι στο παρελθόν διότι η απειλή είναι πλέον πλανητικής κλίμακας. Ωστόσο είμαστε ακόμα στην αυγή της Ιστορίας και η μοίρα μας δεν είναι γραμμένη στους ουρανούς.

Ας οραματιστούμε ξανά μια εξέγερση που δεν θα θελήσει πια να φτιάξει ένα μοντέλο παραδείσου πάνω στη γη, αυτό είναι έτσι κι αλλιώς ανέφικτο, αλλά που θα μας επιτρέψει τουλάχιστον να ζήσουμε σε αρμονία με τον γύρω μας κόσμο και με όλα τα πλάσματα του Θεού. Οι συνθήκες που καταδικάζουν τους ανθρώπους στη δουλεία και την εξαθλίωση δεν είναι αμετάβλητες και μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία που αρνείται να διολισθήσει ολοκληρωτικά στη βαρβαρότητα υπάρχει πάντοτε ένα κρυφό, αόρατο νήμα που συγκρατεί  τον κόσμο και δεν τον αφήνει να χαθεί. Ψάχνουμε στα τυφλά μέσα στα συντρίμμια του κόσμου αναζητώντας τη χαμένη ενότητα μεταξύ ποίησης και ζωής. Έχουμε χρέος να κατοικήσουμε κάποτε αληθινά τη γη που οι καρποί της φθάνουν για όλους, έχουμε χρέος να ελευθερωθούμε από την τυραννία του ιστορικού χρόνου. Ο άνθρωπος δεν είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί αλλά ένα ιδανικό στο οποίο ονειρευόμαστε κάποτε να φθάσουμε. Ας παραμείνει πάντοτε στα χείλη μας ο στίχος του μέγιστου Γερμανού ποιητή: Όπου υπάρχει κίνδυνος, εκεί και η σωτηρία (Φ. Χαίλντερλιν, Πάτμος).

* Ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής

Σίσσυ Δουτσίου: «Η εξέγερση είναι ιερή»

Σίσσυ Δουτσίου*

 

 

Η εξέγερση είναι ιερή

 

Το κάθε ανθρώπινο ον επιδιώκει την ευτυχία και αποστρέφεται τη δυστυχία. Η ελευθερία, ο σεβασμός, η αλληλοεκτίμηση και η ισότητα είναι ιερά πνευματικά αγαθά.  Οι πιστοί της ελευθερίας προσδοκούν την πανανθρώπινη απελευθέρωση. Όταν απειλείται η ζωτικότητα αυτών των πνευματικών αγαθών, ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να διακρίνει την αδικία και να εφεύρει τρόπους για να εξεγερθεί ενάντια σε αυτή.

Τα σώματα των εξεγερμένων τολμούν να υπάρξουν στο τώρα και να υπερασπιστούν τους πονεμένους, τους αδικημένους, τους τραυματισμένους, το δίκαιο. Λυσσασμένοι φτωχοί, εκστασιασμένοι φοιτητές, άνεργοι και εργάτες, μαινάδες προλετάριες, βάκχες καταλαμβάνουν δημόσια κτήρια και συντονίζουν συνελεύσεις, θεραπεύουν το φόβο και τη μοναξιά. Οι εξεγερμένοι θέτουν το ερώτημα στην κοινωνία – γιατί, για ποιο λόγο τελικά ζούμε αυτή την αδικία;

Όταν το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί, η αδικία εγκαθίσταται στη γη για αιώνες. Όταν οι κυβερνήτες δεν μπορούν να αφουγκραστούν τη δυστυχία, τότε οι λαοί εξεγείρονται. Χιλιάδες άνθρωποι ουρλιάζουν το διακύβευμα της εποχής τους, προσπαθώντας να επιβάλλουν την έκρηξη της λύπης τους . Η ανυπακοή τους συγκινεί το στατικό χρόνο και δημιουργεί ρωγμές μέσα σε αυτόν. Αυτή η στιγμή είναι ιερή. […]

Μια εξέγερση είναι η στιγμή που η αξιοπρέπεια επιτίθεται στη λογική της ανισότητας, προσφέροντας ένα χωροχρονικό σημείο στην ιστορία όπου μπορούμε να κάνουμε αυτό που είναι απαραίτητο για τη ζωή και δεν μας υπαγορεύεται από το βασίλειο του χρήματος και της εργασίας. […]

Τώρα, ήρθε πάλι η ώρα για το ουρλιαχτό, το ουρλιαχτό των καιρών μας.

Πάντα υπάρχει αυτό το τώρα. Το τώρα της εξέγερσης, το τώρα της συνειδητής κατανόησης των φαινομένων, το τώρα της τόλμης. […]

Από τα κάτω προς τα πάνω θα προωθηθούν οι επαναστατικές ιδέες. Τώρα θα είμαστε προσεκτικοί, αντικειμενικοί και πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε αυτό που έρχεται, να βαδίσουμε πέρα από τον ορίζοντα. Ο καθένας μας κρύβει έναν εξεγερμένο μέσα του. [….]

Μια αόριστη αίσθηση ανησυχίας, μια διάχυτη ανησυχία για το μέλλον σκεπάζει όλη τη γη. Κάθε φορά, της γης οι κολασμένοι αναγνωρίζουν την πραγματικότητα και προσκαλούν τους εραστές, τους συντρόφους και τους φίλους τους, την οικογένεια τους και όλους τους υπόλοιπους σε μια νέα πραγματικότητα. Μόνο οι εξεγερμένοι, γνωρίζουν τι θα σώσει την ανθρωπότητα. Γιατί η ανθρωπότητα πρέπει να σωθεί – ο ουρανός πρέπει να σωθεί, η ελπίδα πρέπει να σωθεί, τα χαμόγελα των παιδιών μας πρέπει να σωθούν, οι αγώνες του παρελθόντος πρέπει να νικήσουν, το μέλλον πρέπει να σωθεί – έτσι ώστε αυτός ο κόσμος να συνεχίσει να υπάρχει.

Απαραίτητο στοιχείο για την κοινωνική ευημερία είναι το θάρρος των εξεγερμένων. Αυτό που θα σώσει την ανθρωπότητα και τον πλανήτη μας θα είναι το θάρρος των αδικημένων και των αποκλεισμένων, το θάρρος των φρικαρισμένων, των ρομαντικών και των απελπισμένων, το θάρρος των ευαίσθητων και συνεσταλμένων χαρακτήρων, το θάρρος των ερωτευμένων με τη ζωή.

Η εξέγερση είναι ένα ιερό κάλεσμα για ένα μέλλον που θα το διαπραγματευτούμε μόνοι μας ο ένας με τον άλλον, χωρίς τη διαμεσολάβηση του πλούτου και της εξουσίας. Θα αναλάβουμε την ευθύνη  για τη ζωή μας. Θα προσφέρουμε ανθεκτικότατη αγάπη προς όλους τους ανθούς που καταπατούνται μπροστά στα μάτια μας, θα εμποδίσουμε την εξάπλωση του φόβου και της σύγχυσης. Θα υπερασπιστούμε το ανεκτίμητο αγαθό της ζωή μας, το θαύμα της ζωής, τον πλανήτη Γη. Υπάρχει η δύναμη, υπάρχει το θάρρος, υπάρχει η επινοητικότητα για να προωθήσουμε την ανθρώπινη ελευθερία. Θέλουμε να υπάρχει δωρεάν και αρκετό φαγητό και στέγη για όλους, θέλουμε να μην υπάρχουν ούτε φτωχοί, ούτε πλούσιοι. Θέλουμε να καθορίσουμε εμείς την τύχη του κόσμου.

Η εξέγερση είναι ιερή γιατί επανεξετάζει μες τους αιώνες το νόημα της ζωής μας.

 

*  Ποιήτρια, ηθοποιός, ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Πειραματικών Τεχνών, μέλος της συλλογικότητας Κενό Δίκτυο και τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κενότητα.

Εδώ ολόκληρο το κείμενο:  https://voidnetwork.gr/2020/12/22/h-eksegersi-einai-ieri-sissy-doutsiou/?fbclid=IwAR3zUIxjHJ8NHZuvyNYINME5dRDNTp3K-0Dv5o9MJFi7vO8hebnso4KcGEs

Νικόλας Κουτσοδόντης: «Σκέψεις πάνω στην εξέγερση»

Νικόλας Κουτσοδόντης*

 

 

Σκέψεις πάνω στην εξέγερση

                                            

1) Μια εξέγερση δεν είναι στρακαστρούκα. Απαιτεί συνεχείς επιτυχίες, από τη μια εξεγερσιακή εστία στην άλλη, και κατάκτηση εδαφών ώστε να οδηγήσει στην επανάσταση. Στη μαρξιστική λογική η εξέγερση είναι τέχνη γιατί εκμεταλλεύεται τα λεπτά σημεία ισορροπίας των αντιπάλων, την άνοδο δραστηριότητας των μαζών και τις ταλαντεύσεις της άρχουσας τάξης[i]. Τέχνη δύσκολη.

2) Οι σύγχρονοι ποιητές οφείλουμε μια προσοχή στο έργο του Μπένγιαμιν. Αρχικά πρότεινε την ένταξη στο έργο μας αυθεντικών θραυσμάτων ζωής, έπειτα μας κάλεσε να έχουμε επίγνωση πως ο αστικός μηχανισμός μπορεί να αφομοιώσει εκπληκτικές ποσότητες επαναστατικών θεματικών χωρίς να απειληθεί. Κυρίως, όμως, επειδή υπέδειξε τον ρόλο μας στην παραγωγή που είναι να παράξουμε νέους συγγραφείς[ii], να ωθήσουμε, να δείξουμε τρόπους να γράφουν ώστε ο καθείς να μιλήσει από το εργασιακό μετερίζι του. Αυτή η σωστή στάση των λογοτεχνών είναι και η προϋπόθεση για τη σωστή πολιτική θέση, εξ ου και «η γραφή είναι όπλο/ γι’ αυτούς που ξέρουν να διαβάζουν»[iii].  

3) Είναι «τυπικό προσόν της εποχής/ αυτή η γεύση πρόχειρου γκρεμού» [iv] άραγε; Στην Ελλάδα της τελευταίας εικοσαετίας εξεγερσιακές στιγμές από τον Δεκέμβρη του 2008, γεγονότα όπως ο μαζικός ερχομός στο προσκήνιο της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας από το πρώτο Pride του 2005 μέχρι τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, ως και το σύνολο των αντιμνημονιακών κινητοποιήσεων διαμόρφωσαν συνείδηση σε ευρύτερο κόσμο. Ταυτόχρονα η υποχώρηση του εργατικού κινήματος, παρά τις δυναμικές στιγμές του (οι 272 μέρες απεργίας στη Χαλυβουργία) στερεί από την εποχή το επαναστατικό υποκείμενο και αποθαρρύνει. Να μια γεύση γκρεμού.

4) Ο Μπένγιαμιν λοιδορούσε τους συγγραφείς που πίστευαν στη βελτίωση, στην ωραιοποίηση της πραγματικότητας. Οι ΛΟΑΤΚΙ τα τελευταία χρόνια πετύχαμε βελτιώσεις, διεκδικήσεις δεκαετιών ολόκληρων, ωστόσο ο αγώνας για την ισονομία στο παρόν οικονομικοπολιτικό σύστημα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πλήρως λόγω μιας αντίφασης: το αστικό κράτος υποχωρεί στα αιτήματα μας την ίδια ώρα που ενισχύει τους θεσμούς καταπίεσης μας και το μέλλον είναι πάντα αβέβαιο. Ζητούμενο, λοιπόν, είναι η σύνδεση φαινομένων και πραγμάτων, από το ειδικό κοινωνικό αίτημα στο γενικό ταξικό πρόταγμα, να τεθεί δηλαδή το ερώτημα του τι κοινωνία θέλουμε και πώς τοποθετούμαστε συνολικά στο ζήτημα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

5) Ο Χούβερ εξέφραζε τον φόβο αν «Θα μπορέσουν οι αριστεροί φοιτητές να σχηματίσουν τη συμμαχία με την εργατική τάξη, για να πραγματοποιήσουν την επανάσταση»[v]. Τι είναι όμως αυτός ο φόβος; είναι πως «οι φωνές ψηλώσαν των φτωχών και χιόνισε στις εκκλησίες/ και ρόδα υστερικά θρηνήσαν απ’ τα πέτα των τραπεζιτών»[vi] είναι δηλαδή πάντα το ζήτημα της εξουσίας. Έτσι, ακόμα κι αν ζούμε σε εποχές χωρίς ζωντανή ενότητα ανάμεσα σε οργανώσεις και την κοινωνική τάξη που εκπροσωπούν[vii] υπάρχει ιστορική ανάγκη ωστόσο και στις σωστές συνθήκες όλοι θα χρειαστεί να επιλέξουμε με ποιόν είμαστε.

6) Η τρέχουσα επικαιρότητα της νίκης του πολωνικού λαού ενάντια στο νομοσχέδιο που απαγόρευε τις αμβλώσεις μας διδάσκει ένα πράγμα: όλα κρίνονται στους δρόμους. Κι όπως ο Δάλλας -ένας γνήσιος παραγωγός- έγραφε: «Εμπρός, πάμε μέσα/ στ’ αρχαία σωματεία μας/ κι ας δεχτούμε σ’ ακρόαση/ των ονείρων/ τα συνδικάτα»[viii].

 

---

[i] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 34, Σύγχρονη Εποχή, 1986, σελ. 242-245

[ii] Walter Benjamin, Ο συγγραφέας ως παραγωγός, Πλέθρον, 2017, σελ. 34-35 και 11-42, Μετ. Αλφρέδος Στάινχάουερ

[iii] Ποίημα 5, Πέτρος Σκυθιώτης, Συνθήκη ισορροπίας, Θράκα, 2016

[iv] Γιάννης Στίγκας, Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο, Μικρή Άρκτος, 2015

[v] Περιοδικό Time, 29.5.1969, παρατίθεται στο Β. Μπολσακόφ, Η αυθόρμητη εξέγερση σε αδιέξοδο;, Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 307, Μετ. Γ. Ασούρα

[vi]  «Blues for Warren», Thomas McGrath, Selected poems 1938-1988, Copper Canyon Press, 1988, σελ. 39 (η μετάφραση δική μου).

[vii] Lucien Goldman, Διαλεκτικές Έρευνες, Γνώση, 1986, σελ. 66, Μετ. Κωστής Παπαγιώργης

[viii] «Ο ήλιος ηνίοχος», Γιάννης Δάλλας, Ποιήματα 1948-1988, Νεφέλη, 1990, σελ. 115-116

* Ποιητής, κοινωνιολόγος, εργαζόμενος στις τηλεπικοινωνίες

Βάγια Κάλφα: «Ο επαναπροσδιορισμός του πολιτικού»

Βάγια Κάλφα*

 

 

Ο  επαναπροσδιορισμός του πολιτικού

 

 

Θα ήθελα να εστιάσω στο φύλο και την σεξουαλικότητα, την πολιτική τους διάσταση και την εξεγερσιακή τους δυναμική στη λογοτεχνία.

Το πολιτικό στη νέα ελληνική λογοτεχνία και κριτική ορίζεται με έναν ανδροκεντρικό (ετεροκανονικό και ετερόφυλο) τρόπο και είτε προωθεί την ιδέα του έθνους (βλ. γενιά του ’30) είτε αφορά μία πολιτική (αριστερή) ιδεολογία (η αντίληψη του πολιτικού είναι ανδροκεντρική στο βαθμό που δεν αναγνωρίζει ότι βαραίνουν διαφορετικά σε άνδρες, γυναίκες, λοάτκι, ανάπηρα, ξένα άτομα τόσο η τάξη όσο και το έθνος και ότι οι ίδιοι οι καταπιεστικοί μηχανισμοί της οικονομίας είναι έμφυλοι). Στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, για παράδειγμα, πολιτική, με την έννοια της εξέγερσης, ήταν η ποίηση που γραφόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ στο τέλος της πρώτης και στα πρώτα χρόνια της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα η τοποθέτηση απέναντι στην οικονομική κρίση και το μεταναστευτικό. Από την άλλη πλευρά, εκ των υστέρων διαβάζοντας τη μεταπολεμική λογοτεχνία, η πιο εσωστρεφής ποίηση της περιόδου μπορεί να θεωρηθεί εξεγερσιακή σε σχέση με τη στρατευμένη η οποία αφενός υπήρξε ο κανόνας και αφετέρου, ενδεχομένως λόγω της στράτευσής της, να χάνει ένα μέρος της ελευθερίας της.

Σε κάθε περίπτωση, το φύλο και η σεξουαλικότητα θεωρούνταν ιδιωτικά ζητήματα και δεν πριμοδοτήθηκαν από τη νεοελληνική κριτική. Αντίθετα, φαίνεται ότι η λογοτεχνία που τα έχει στο κέντρο της θεωρείται ήσσονος σημασίας, όχι σπάνια ναρκισιστική, γυναικεία και ακίνδυνη. Ο χαρακτηρισμός «γυναικεία γραφή» δεν θεωρείται κολακευτικός ούτε άλλωστε και ο προσδιορισμός «ομοφυλόφιλη». Το επιχείρημα ότι η γυναικεία και ομοφυλόφιλη γραφή στερούνται καθολικότητας και για αυτό δεν προωθούνται είναι ένα πρόσχημα που αποκρύπτει το γεγονός ότι πίσω από την καθολικότητα βρίσκεται η αντρική, ετερόφυλη, της μέσης τάξης αντίληψη της λογοτεχνίας.

Εξεγερσιακές δυνατότητες μπορεί να έχει ένα έργο το οποίο αφενός αποδομεί αυτή την υποτιθέμενη καθολικότητα και αφετέρου δομεί κάτι νέο από τη θέση από την οποία γράφεται. Η αναπολογητική κατάθεση του γυναικείου/λοάτκι βιώματος, η ανάδειξη των έμφυλων προνομίων, καταπιέσεων και ρόλων, η ανάδειξη άλλων σεξουαλικοτήτων και σωμάτων (π.χ. ανάπηρων, σωμάτων με κάποια διαταραχή) έχουν εξεγερσιακή δυναμική. Στο επίπεδο της γλώσσας, εξεγερσιακή μπορεί να είναι η επιλογή της μονοσημίας/κυριολεξίας ως άρνησης από την πλευρά μιας ποιήτριας να διαμεσολαβήσουν ανάμεσα στα ποιήματά της και τους αναγνώστες στρέητ άντρες κριτικοί και να της επιβάλλουν προθέσεις και ερμηνείες «καθολικές». Η άρνηση, με άλλα λόγια, του «θανάτου του συγγραφέα» από την πλευρά της γυναίκας συγγραφέως έχει τη σημασία της όταν βλέπεται ως άρνηση να παραδώσει τη φωνή της και σχετίζεται με αυτό που η Γουλφ ονόμασε «θανάτωση του αγγέλου του σπιτιού», την άρνηση, δηλαδή, να προσπαθήσεις να γίνεις αρεστή.

Αναγνωρίζοντας την πολιτική διάσταση του ιδιωτικού, αφενός επαναπροσδιορίζεται το πρώτο και διευρύνεται (αφού δεν είναι ότι όλα έχουν ήδη ειπωθεί και η ανοικείωση έρχεται αποκλειστικά μέσω της γλώσσας και της μορφής αλλά μάλλον ότι υπάρχουν αναπαραστάσεις και ιδεολογίες που μπορούν, συνδυαστικά με την ανοικειωτική χρήση της γλώσσας, καθώς αποδομούνται, να ανανεώσουν τη γραφή) και αφετέρου το δεύτερο απενοχοποιείται. Λογοτεχνία και ζωή, έτσι, προκαλούν και μεταμορφώνουν η μία την άλλη.  

* Ποιήτρια, διδακτορική φοιτήτρια του Αmsterdam School of Cultural Analysis, University of Amsterdam

Δημήτρης Γκιούλος: «Οι δρόμοι, ποίηση / οι ποιητές, ιστορία»

                                          Δημήτρης Γκιούλος*

 

 

                                  Οι δρόμοι, ποίηση / οι ποιητές, ιστορία

 

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989 ήρθε με σαμπάνιες και βεγγαλικά στη Δύση. Μαζί της έφερε την αναγγελία του τέλους της ιστορίας, την απόλυτη νίκη του φιλελεύθερου καπιταλισμού, την εξάλειψη της πάλης των τάξεων.

Δεν άργησε πολύ να αποδειχθεί πως ο φιλελεύθερος καπιταλισμός είναι καλός στο να δημιουργεί φούσκες, τόσο στην οικονομία, όσο και στην ιστορία. Τα γαλλικά προάστια έδωσαν τη σκυτάλη στον ελληνικό Δεκέμβρη και στην αραβική Άνοιξη, που με τη σειρά της την περνά στα σύγχρονα κινήματα, σαν και το black lives matter ή τα δυναμικά lgbtq κινήματα. Όλα βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση.

Τούτη δεν είναι μία εισαγωγή για να παρηγορήσω τον Άγγελο της ιστορίας του Μπένγιαμιν[1] πως τίποτα δεν έχει τελειώσει, όσο κυρίως μία ψύχραιμη παραδοχή μέσα στην ηρεμία του ματιού του κυκλώνα στην οποία ζούμε. Σαν χρόνος και σαν γεωγραφία.

Με τρομάζει ο κατακερματισμός των αιτημάτων που μοιάζουν όλο και πιο προσωπικά απέναντι σε ένα σύστημα που αποκτηνώνεται μέρα με τη μέρα, μέσα σε μία νεωτερικότητα που μοιάζει να σφίγγει γύρω μας σαν μέγγενη. Πιστεύω ακράδαντα πως όσο καμία ατομικότητα δεν είναι ελεύθερη σε μία υποταγμένη κοινωνία, τόσο οι συλλογικές μάχες που δεν αντιλαμβάνονται τα σημερινά ατομικά αδιέξοδα είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.

Ο Χόμπσμπαουμ πίστευε, όντας όλο και πιο απαισιόδοξος προς το τέλος της ζωής του, πως οι λόγοι για εξεγέρσεις δεν θα εκλείψουν στο μέλλον, τουναντίον, η επιτυχία όμως μιας εξέγερσης θα κρίνεται από το αν θα μπορεί να αποκτήσει διεθνή χαρακτήρα. Για παράδειγμα, οι σύγχρονοι κολασμένοι των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» σαν και της Μόριας θα πρέπει να ενωθούν κάτω από κοινές αφετηρίες με τους πολυπτυχιούχους των 500 ευρώ, και ο ρόλος της εξέγερσης δεν είναι άλλος από τη μετουσίωση κάθε αιτήματος γραμμένου στο χαρτί σε διακύβευμα διαπραγματευόμενο στο δρόμο. Στο χτες, στο τώρα, στο κάθε αύριο. Όλο αυτό πρέπει να επικοινωνηθεί με τον χαρακτήρα του κατεπείγοντος, μιας και παράλληλα οι τραυματικοί εθνικισμοί του 20ου αιώνα γνωρίζουν ακόμα μία νεκρανάσταση.

Και ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης σε όλο αυτό; Οι καλλιτέχνες είναι μετέχοντες της κοινωνίας. Έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ακριβείς, σαν πρόκες πρέπει να καρφώνουμε τις λέξεις[2], καθώς, ηθελημένα ή λιγότερο ηθελημένα, η τέχνη συμβάλλει στη δημιουργία ενός συλλογικού ασυνείδητου. Συνάμα, αποτελεί την πιο ευαίσθητη, συλλογική κεραία μας. Η τέχνη είναι εκεί να μας δείξει όλα τα πιθανά ενδεχόμενα όσο τα πράγματα παραμένουν ρευστά. Να εμπνεύσει, ακόμα κι όταν οτιδήποτε άλλο έχει αποτύχει, εκείνον τον έναν, που ίσως καθορίσει τη μοίρα μας, όπως θα έλεγε και ο Μαρξ.

Έτσι, δεν έχω παρά να κλείσω αυτό το κείμενο με μία φράση-παραδοχή πού προσωπική την έκανα από πολύ νωρίς  και την κουβαλώ, ελπίζοντας να μη με συντρίψει:

Οι δρόμοι του κόσμου είναι γεμάτοι ποιητές.

Και μόνοι, αυτοί, κρατούν στα χέρια τους την ιστορία.[3]

* Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής

 

[1].  Το Angelus Novus (1920) είναι πίνακας του Πάουλ Κλέε. Ο Γερμανός κριτικός Βάλτερ Μπένγιαμιν υπήρξε ιδιοκτήτης του έργου και πίστευε πως απεικόνιζε «τον άγγελο της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς αντιλαμβανόμαστε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μία μοναδική καταστροφή που συνεχίζει να συσσωρεύει το ένα ερείπιο πάνω στο άλλο».

[2]. Αναφορά στο ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη,  «Ποιητική», από τη συλλογή Τα Ποιήματα. 1941-1971,  Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2000, σ. 159.

[3]. Φράση από το κείμενο της Jaquou Utopie,  «Οι ποιητές»,  στη διεύθυνση: https://jaquou.wordpress.com/2012/11/14/οι-ποιητές/

Λένα Καλλέργη: «Εξέγερση σκεπτόμενη»

Λένα Καλλέργη*

 

 

Εξέγερση σκεπτόμενη

 

Μια εξέγερση ξεκινά από τη συνειδητοποίηση μιας αντίδρασης. Κάτι έχει σχηματοποιηθεί και αντιδρά έντονα σε κάτι που προϋπάρχει. Η αντίδραση αυτή ενδεχομένως βοηθά στον προσδιορισμό τόσο του ερεθίσματος που την προκαλεί όσο και του υποκειμένου που την βιώνει. Επειδή δηλαδή ένας άνθρωπος αντιδρά, καταλαβαίνει καλύτερα ποιός είναι και τι τον ενοχλεί.

Μετά την πρώτη αντίδραση, εξέγερση θα μπορούσε να είναι η φωνή της λογικής, η θέση και η πράξη που διαμορφώνεται μετά από εξέταση των δεδομένων και κριτική σκέψη. Δεν θα ήταν μια δράση βιαστική, καταστροφική, μια παράλογη βία, μια σαθρή επιχειρηματολογία. Η ουσιαστική εξέγερση έρχεται μετά από κάποιο βαθμό στοχασμού.  Βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από φωνές μη αυθεντικές, από άδεια λόγια και από βιαστικές παραστάσεις που μας κουράζουν και μας απογοητεύουν. Το πλήθος και η ταχύτητα των δεδομένων που προσλαμβάνουμε είναι πλέον οριακά διαχειρίσιμα. Οι παλιές βεβαιότητες είναι ουσιαστικά ανίσχυρες, κάτι που έτσι κι αλλιώς συμβαίνει, απλώς ίσως πια συμβαίνει πολύ γρήγορα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι συνειδητές επιλογές ενός ατόμου που δρα όχι σαν προνομιούχα μονάδα σε μικρόκοσμο δικαιωμάτων αλλά σαν άνθρωπος που συνυπάρχει με ανθρώπους, ζώα και φυτά, θα ήταν μια όαση - μια εξέγερση.

Προϋπόθεση, λοιπόν, αυτής της εξέγερσης είναι ο άνθρωπος να έχει μάθει να σκέφτεται. Να μπορεί να ερευνά, να παρατηρεί, να συμπεραίνει, να αναλαμβάνει ευθύνες. Αλλά και να συμμετέχει, κάτι που χρειάζεται συγκίνηση, ενσυναίσθηση και αποφασιστικότητα. Και άσκηση στην ενεργητική υπομονή.

Επειδή η ποίηση δουλεύει βαθιά στον προσδιορισμό και  την εξωτερίκευση της ταυτότητας των ανθρώπων, της πρόσληψης του κόσμου και της συνειδητοποίησης της θέσης τους σε αυτόν, παίζει σημαντικό ρόλο στο να γεννά εξεγέρσεις του είδους που περιέγραψα. Είναι συνηθισμένη να μην βιάζεται αλλά και να λειτουργεί ακαριαία. Κυρίως, η ποίηση γυμνάζει τη φαντασία, χωρίς την οποία είναι δύσκολο να κινητοποιηθεί οποιαδήποτε δημιουργική αλλαγή.

Φαντάζομαι λοιπόν ως εξέγερση το να είναι κανείς προσεκτικός, ευσυνείδητος, ασκούμενος στην αλλαγή, ευγενής αλλά και οριοθετημένος, και να συμμετέχει ενεργά στα ιδιωτικά και στα κοινά, στην ίδια του τη ζωή. Έτσι αποκτά πολύτιμη πείρα στις εξεγέρσεις.

* Ποιήτρια, μεταφράστρια

Δημήτρης Πέτρου: «Νέοι, νέαν εξουσία κατέχετε»

Δημήτρης Πέτρου*

 

 

"Νέοι, νέαν εξουσία κατέχετε"**

 

Αντιλαμβάνομαι τόσο την εξέγερση όσο και την ποίηση ως πρωτίστως εσωτερικές διεργασίες. Στην πλατωνική Πολιτεία, απ’ όπου οι ποιητές εξορίστηκαν, κάθε προσπάθεια επιστροφής τους σημαίνει μια κάλυψη εσωτερικών αποστάσεων.

Τί συμβαίνει, όμως, όταν ο ποιητής αποφασίσει να διανύσει προς τα πίσω όλη αυτή την απόσταση και τελικά επιστρέψει; Ως τί επιστρέφει; Και κυρίως, ποιον αναγνωρίζει στο πρόσωπό του και στις προθέσεις του;

Αναρωτιέμαι  αν η αρχετυπική μορφή που  ενδύεται ο ποιητής μπροστά στην πολιτεία είναι αυτή του Οιδίποδα ή αυτή του Προμηθέα.

Αλλά πως θα ορίζαμε έναν οιδιπόδειο ποιητή και πώς έναν προμηθεϊκό;

Όταν ο Χάρολντ Μπλουμ, στην Αγωνία της Επίδρασης, με όλες τις επιφυλάξεις που έθεσαν οι επικριτές του, ενέταξε στην ανάλυσή του φροϋδικά στοιχεία μίλησε για ένα είδος πνευματικής πατροκτονίας που οφείλει να διαπράξει κάθε ποιητής που ζει στη σκιά του πατέρα, του καταξιωμένου πνευματικού προγόνου.

Πάνω σ’ αυτή τη σκέψη προχωρώ. Ως άλλος Οιδίποδας, ο νέος ποιητής θα πρέπει να «σκοτώσει» αυτό το πρότυπο. Να περάσει από την άγνοια και το περιθώριο στη γνώση και το προνόμιο  αποκτώντας εξουσία ή έστω πρόσβαση σε αυτή. Άρα, δεν μιλάμε για μία ουσιαστική εξέγερση (μια έκρηξη δηλαδή που αδιαφορεί για την επόμενη μέρα) αλλά περισσότερο για μια εναλλαγή προσώπων, για μία τελετή διαδοχής, για ένα νέο status quo. Ο ποιητικός του λόγος πλησιάζει τον θεσμικό λόγο και οι αναζητήσεις του παραμένουν οντολογικές, δηλαδή υπαρξιακές, σταθερά στραμμένες στην προοπτική του εθνικού ποιητή.

Στον αντίποδα, πιστεύω, βρίσκεται ο Προμηθέας, σύμβολο αντίστασης και ανυπακοής με το βλέμμα του στραμμένο στην κοινωνία των ανθρώπων. Όταν ο Προμηθέας χαρίζει κρυφά από τους θεούς τη φωτιά στους ανθρώπους τάσσεται με τους εξουσιαζόμενους, όχι με τους εξουσιαστές. Όχι μόνο δεν ισχυροποιείται, αλλά τιμωρείται από το Κράτος και τη Βία υπενθυμίζοντας την τάση της εξουσίας να μετατοπίζεται, κοινώς να αλλάζει χέρια, λέγοντας  στο νέο δωδεκάθεο: νέοι, νέαν εξουσίαν κατέχετε.

Κι όσο ο ποιητικός λόγος των κοινωνικών, προμηθεϊκών ποιητών γίνεται παρεμβατικός τόσο το προεξοφλημένο ως μοναχά αισθητικό μέλλον της ποίησης ανακτά, έστω και διαλειμματικά, τα συλλογικά αντανακλαστικά του.

Υπάρχει και ένας τρίτος δρόμος, ή καλύτερα θα το έλεγα μονοπάτι. Μακριά από δίπολα και κατηγοριοποιήσεις που αφορούν είτε την αισθητικοποίηση της πολιτικής, είτε την πολιτικοποίηση της τέχνης. Μακριά από τη διαλεκτική του εξουσιαστικού φαινομένου που οδηγεί στην εργαλειοποίηση ακόμα και του ποιητικού λόγου μετατρέποντας τον σε λόγο κανονιστικό. Μακριά από δομές και νόρμες.

Είναι ο δρόμος της σιωπής σε μια εποχή που οι λέξεις έχουν φορτωθεί την πολυσημία του κενού νοήματος. Μια σιωπή που δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη στέρηση ταυτότητας, ούτε σιγή, αλλά μια σιωπή ως θέση και απάντηση. Μια σιωπή ηχηρή, επιθετική, που στο τέρμα αυτού του δρόμου οδηγεί στην ρήξη, στο καβαφικό «τη εξαιρέσει εμού»

Κλείνω διαλέγοντας ως επίλογο αυτού του μικρού σημειώματος ένα ποίημα του πλέον προμηθεϊκού ποιητή μας Γιάννη Ρίτσου:

Να μην ακούγεται!

… Στη δίκη

τον ρώτησαν, τον ξαναρώτησαν…

Εκείνος ούτε λέξη…

Τότε ο πρόεδρος

χτύπησε το κουδούνι δυνατά, φώναξε,

οργίστηκε: να γίνει ησυχία,

να μην ακούγεται η σιωπή του

κατηγορούμενου!..

(Μαρτυρίες Α’, 1963)

* Ποιητής

** Αισχύλος, Προμηθέας Δεσμώτη, στ. 955)

Έλενα Πολυγένη: «Τρόποι να μην υπάρχω: ένα κείμενο εξιλέωσης»

Έλενα Πολυγένη*

 

Τρόποι να μην υπάρχω: ένα κείμενο εξιλέωσης

 

Θα ήταν  αναληθές εκ μέρους μου να δηλώσω πως το πνεύμα της εξέγερσης κυριαρχεί στα γραπτά μου. Συνήθως έμμεσες συνδηλώσεις ή περιφραστικού τύπου αναφορές προβάλλουν εδώ κι εκεί με τρόπο υπαινικτικό και χαμηλότονο. Όχι γιατί με εμποδίζει μια ορισμένη υφολογική ιδιαιτερότητα ή μου το υπαγορεύει κάποια λογοτεχνική θεωρία. Ο λόγος είναι προφανής όσο και ξεκάθαρος: από δειλία.

Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτή η παραδοχή; Αναλύοντάς την στα συστατικά της, διαπιστώνω πως αποτελείται από τον φόβο της αποτυχίας, καθώς και από μια τάση να αναπαράγω εκείνο που θεωρώ οικείο, βατό και ελεγχόμενο –δηλαδή το κακώς εννοούμενο ως «δικό μου» -ακόμα κι αν η ικανοποίηση που λαμβάνω απ’ αυτή τη διαδικασία είναι μηδαμινή. Η τάση αυτή μετατρέπεται εντέλει σε ένα τελετουργικό το οποίο βρίσκω χίλιους –δυο λόγους να υπηρετώ πιστά και που στην καθημερινότητα το καλούμε με το άχαρο όνομα συνήθεια.

Ύστερα απ’ όλα αυτά, όταν ακούω «εξέγερση» σκέφτομαι, κατ’ αρχάς, μια παύση. Μια άρνηση να συνεχίσει κάτι που, προσπερνώντας ή συνθλίβοντας ζωτικές συλλογικές ανάγκες, επιβάλλεται με τη μορφή μιας άλλης αναγκαιότητας, ολωσδιόλου ξένης, ωστόσο, τις περισσότερες φορές, εντέχνως πειστικής. Η πειθώ αυτή έχει να κάνει με την παρουσίαση μιας συγκεκριμένης συνθήκης ως τη μόνη δυνατή ή πρέπουσα. Να λοιπόν ένας τρόπος που οι εξουσιαστικές δομές με χειραγωγούν και καταργούν το πιο ουσιαστικό κομμάτι της ύπαρξής μου: πείθοντάς με ότι η σχεδόν ψυχαναγκαστική προσήλωση σε μια τελετουργία, που μέσω της επανάληψης δημιουργεί έναν επίπλαστο χώρο ασφάλειας, ρουτίνας, στατικότητας, είναι υψίστης σημασίας για την ίδια την επιβίωσή μου. Καταλήγω λοιπόν να συναινώ σιωπηλά σε αυτόν τον μηχανισμό υποβοηθώντας, ουσιαστικά, την καταπίεση που υφίσταμαι.

Ένας άλλος τρόπος χειρισμού ανθρώπων σαν κι εμένα είναι η προσεκτικά κατασκευασμένη έννοια του Ιερού. Παρατηρώ πως αυτοί που επιθυμούν να έχουν τον έλεγχο, συνηθίζουν να περιβάλλουν οτιδήποτε τους ενδιαφέρει με μιαν αχλύ αγιότητας. Έχω μάθει, από νωρίς, ότι για ορισμένα πράγματα θα πρέπει να με διακατέχει ένα δέος. Η Παράδοση, ποιητική ή μη, φέρει ένα τέτοιο πρόσημο. Τι στάση κρατώ –ή οφείλω να κρατώ, όπως με διδάσκουν – απέναντί σε κάθε τι Πατροπαράδοτο (διότι, ως γνωστόν, μονάχα οι Πατέρες παρέδιδαν μέχρι προσφάτως); Το μόνο που δύναμαι να σκεφτώ ειναι ότι ο δρόμος προς την αυτονομία προϋποθέτει αποκαθήλωση των Συμβόλων. Με γοητεύει να βλέπω την ποίηση σαν μια απροσδιόριστη θεότητα που έχω ταχθεί να υπηρετώ, δεν αποφεύγω όμως τη δυσσάρεστη συνειδητοποίηση ότι, λειτουργώντας μ’ αυτόν τρόπο, τοποθετώ η ίδια τον εαυτό μου σε θέση υποτέλειας.

Αν καταφέρω να απεμπλακώ από τέτοιου είδους αγκυλώσεις, έχω για λίγο την πεποίθηση ότι μπορώ να διεκδικήσω ένα χώρο ύπαρξης για μένα και τους ομοίους μου. Ωστόσο, υποχωρώ και πάλι, διότι με έχουν πείσει –κι αυτό είναι πιστεύω το πιο ισχυρό όπλο που διαθέτουν, για να μιλήσω με ορολογία πολέμου, όπως ίσως θα έπρεπε –ότι κάθε είδους επαναστατική διάθεση ή παρόρμηση ταυτίζεται με το Ουτοπικό, το Εξωπραγματικό, πως οι εξεγερμένοι είναι –στην καλύτερη των περιπτώσεων –θιασώτες μια νοσταλγίας για το Ανέφικτο. Αποπροσανατολισμένη, ταλαντεύομαι ανάμεσα στη ρητορική της ματαιότητας και στην παρόρμηση για δράση, ενώ το γεγονός πως μέσα μου συντελείται μια σύγκρουση, αφήνει την υπόνοια ότι, έστω και δειλά, αρχίζω πλέον να υπάρχω.

* Ποιήτρια

                                                                                                                                

Νίκος Ερηνάκης: «Κάποιες λέξεις είναι δράσεις και κάποιες δράσεις είναι λέξεις»

Νίκος Ερηνάκης*

 

 

Κάποιες λέξεις είναι δράσεις και κάποιες δράσεις είναι λέξεις

 

Η δική μας εποχή είναι, και αυτή, μια εποχή άκρων. Αυτό που οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι μια ριζική αλλαγή ήδη συμβαίνει, εξαιτίας και με αφορμή την πολλαπλότητα της κρισιακής συνθήκης (κοινωνικο-οικονομική, οικολογική, πανδημική, πολιτισμική, προσφυγική/μεταναστευτική) που βιώνουμε, κι όλα αυτά σε ένα πρωτοφανές πλαίσιο ισχυρών τεχνολογικών εξελίξεων, χωρίς τον ίδιο βαθμό των αντίστοιχων ανθρωπιστικών.

Τι εννοούμε όμως όταν αναφερόμαστε στην έννοια και στην πρακτική της εξέγερσης, σε αυτήν την περίοδο ύστερης νεωτερικότητας; Πιο συχνά, παρατηρούμε αναφορές στην εξέγερση ως εναντίωση προς είτε το παλιό, είτε το νέο. Αλλά πάντα βρίσκεται ως άρνηση προς κάτι που ήδη υπάρχει, χωρίς όμως να είναι συχνά σε θέση να προτείνει κάτι που μπορεί να υπάρξει. Η ρήξη με κάτι υπάρχον στερείται νοήματος όταν δεν ξέρεις προς τα πού αλλού θα ήθελες να πας. Η βασική διαχωριστική γραμμή απουσιάζει. Oι σύγχρονες μορφές εξέγερσης αποτελούν τακτικισμούς, ενώ πλέον απαιτείται στρατηγική. Η έννοια της εξέγερσης δεν είναι αυταξία, η όποια αξία αυτής εξαρτάται από το περιεχόμενο που φέρει ως πρόταγμα.

Οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει —πάντα καταρρέουν. Το ζήτημα είναι ότι για την πραγμάτωση μετασχηματιστικών τομών, μάλλον τις χρειαζόμαστε. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε τι νόημα έχει το όποιο νόημα και λοιπές μετα-αναρωτήσεις. Αν όμως κάτι ενδιαφέρει ακόμα στην έννοια της εξέγερσης, είναι η οντολογική εστίασή της στη δράση.

Υπάρχουν κάποιες λέξεις που είναι δράσεις και κάποιες δράσεις που είναι λέξεις. Πολλά εξαρτώνται από το πλαίσιο. Αν η γλώσσα είναι ένας χάρτης των αποτυχιών μας, τότε ας είναι ακριβής, ώστε αν η γλώσσα είναι ένας ιός, να είναι δημιουργικός. Πέρα από τη μεταμοντέρνα κριτική και ειρωνεία, στόχος της ποίησης είναι η ανάπτυξη ενός νέου φαντασιακού. Η ποίηση —όπως και η καλλιτεχνική πρακτική εν γένει— έχει περάσει πολύ καιρό χωρίς να προτείνει, απλώς ακολουθώντας τη ζωή, ενώ πρέπει να πείσει τη ζωή να ακολουθήσει αυτήν. Να μια μορφή εξέγερσης άξια λόγου και βιώματος.

Η ποίηση δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τον σύγχρονο κόσμο, κι όμως ο κόσμος θα διατηρεί πάντα ιδιαίτερη σημασία για την ποίηση —αυτή η ανισορροπία προσιδιάζει σε ένα ερωτικό παίγνιο, εντός του οποίου οι συσχετισμοί δυνάμεων μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν. Καμία εποχή δεν μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν και αντιστρόφως. Ζούμε σε έναν κόσμο υπερ-πραγματικής ψευδαίσθησης. Το μεγάλο στοίχημα είναι να ανακαλύψουμε εκ νέου την πραγματικότητα, μετασχηματίζοντάς την. Το μεγάλο στοίχημα της σύγχρονης ποίησης ίσως είναι, λοιπόν, να ανανοηματοδοτήσει τη φαντασιακή μας θεώρηση ως προς μια δυνητική πραγματικότητα, που στη συνέχεια, πιθανώς, να πραγματώσουμε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ποίηση δεν προσκαλεί από μόνη της σε ένα συμβάν, απλώς ότι πολλά περισσότερα από όσα μπορεί να περιέχονται σε ένα καλό ποίημα, πρέπει επίσης να συμβούν. Δεν χρειάζεται να μπαίνει ο πήχης και τόσο ψηλά: το να αναζητείς τη ζωή και να παλεύεις ενάντια στην απουσία της, είναι μια πολλά υποσχόμενη αρχή. Η ποίηση δεν σώζει· και πάλι καλά, η ποίηση που επιφυλάσσει στον εαυτό της αυτόν το ρόλο είναι κακογραμμένη. Η ποίηση διανοίγει — το αν θα σωθούμε είναι άλλο ζήτημα.

Η εξατομίκευση κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος. Οι πολλαπλές προκλήσεις της εποχής, όμως, δεν μπορούν παρά ν’ απαντηθούν μέσα από την πραγμάτωση μιας πληρέστερης και ανθεκτικότερης θεώρησης των σημείων, όπου ποίηση και ζωή συναντιούνται ανατρεπτικά,  από την συν-δημιουργικότητα στην ισο-αυθεντικότητα. Δεν χρειαζόμαστε κι άλλη ποίηση περιγραφική, είτε του μέσα είτε του έξω κόσμου. Χρειαζόμαστε ποίηση κανονιστική. Ποίηση που να διανοίγει νέα πεδία στα οποία ενέχονται νέες πρακτικές. Η ποίηση δεν μπορεί να υποχωρεί στα γεγονότα της ζωής, πρέπει να τα προκαλέσει.

* Ποιητής, Δρ. Φιλοσοφίας (Πανεπιστήμια Λονδίνου & Οξφόρδης) και Διδάσκων στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, το Καποδιστριακό και το Ανοικτό Πανεπιστήμιο, μεταφραστής

Όλγα Παπακώστα: «Στον κόσμο της»

Όλγα Παπακώστα*

 

Στον κόσμο της

 

 

Ωραία, λοιπόν, για να γίνω σοφότερη, ας επισκεφθώ κι εγώ τα ονόματα: εξέγερση, ουσιαστικό εκ του εξεγείρομαι, ήτοι ξεσηκώνομαι, άρα ξεσηκωμός, για να εξεγερθώ πρέπει πρώτα να σηκωθώ, ιδίως αν είμαι καθισμένη, πόσω μάλλον αν είμαι ξαπλωμένη, αν κάθομαι ή ξαπλώνω στον καναπέ μου ή στο κρεβάτι μου, αν γράφω ποιήματα καθισμένη ή ξαπλωμένη στον καναπέ ή στο κρεβάτι μου, πράγμα που στην περίπτωσή μου ισχύει, ω ναι, συχνότατα ισχύει, υπάρχουν πολλοί και καλοί λόγοι για να κάθομαι ή να ξαπλώνω, βρίσκω όλο και λιγότερους λόγους για να σηκωθώ ή να ξεσηκωθώ κυριολεκτικά, βρίσκω όλο και καλύτερες δικαιολογίες για να μην το κάνω, συνήθως ξεσηκώνομαι από μέσα μου, κάτι που δεν απαιτεί να σηκωθώ από τον καναπέ ή το κρεβάτι μου, ξεσηκώνομαι νοερά και ψυχικά και γλωσσικά, μένοντας όμως καθιστή ή ξαπλωμένη, οι δε αγγλικές λέξεις revolt και revolution κατάγονται από το λατινικό revolvere, παράξενο, το ρήμα αυτό σήμαινε στην αρχή, μεταξύ άλλων, επιστρέφω, ξαναγυρνώ και ξαναδιαβάζω (!), άρα τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται: μπορούμε ακόμη να πιστεύουμε στην αιωνία επιστροφή των εξεγέρσεων ή/και των επαναστάσεων; Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού τι απέγινε η περίφημη ταλάντωση του εκκρεμούς της Ιστορίας ανάμεσα στον κομισάριο και τον γιόγκι; Υπάρχει ακόμη κάτι που, δια της βίας έστω, θα μας αναγκάσει να ξαναδιαβάσουμε τον κόσμο; Τι εννοούσε ο ποιητής Ερνέστο Καρδενάλ όταν σημείωνε ότι «η Βίβλος βρίθει επαναστάσεων;» Ποιος απ’ τους δύο είχε δίκιο, ο Παρμενίδης με το ακίνητο Όν του ή ο Ηράκλειτος με το αεικίνητο ποτάμι του; (Και πόσο επαναστατικοί ήταν οι  Beatles όταν βάφτισαν τον δίσκο τους Revolver;) Δεν έχω στόφα ηρωίδας και δεν γράφω θυμωμένα ποιήματα, στην ησυχία του δωματίου μου ακούω ενίοτε να εκπυρσοκροτούν οι λέξεις και αυτό είναι όλο, αντί να έρθω σε ρήξη με την παράδοση, σέβομαι και μελετώ την παράδοση της ρήξης: απ’ τον Αρχίλοχο έως τον Μιχάλη Κατσαρό και από τον Κάλβο έως την Ελένη Βακαλό. Ό,τι πιο επαναστατικό έχω κάνει στη ζωή μου ήταν τα δύο βιβλία ποίησης που εξέδωσα, σε διαδηλώσεις δεν συχνάζω λόγω αγοραφοβίας, τα όνειρά μου δεν τα πραγματοποιώ λόγω ανωτέρας βίας.

* Ποιήτρια, μεταφράστρια και φιλόλογος

Δημήτρης Λεοντζάκος: «Το ιερό δέντρο της Άρτεμης και οι Μογγόλοι: Τοπία εξέγερσης»

 

Το ιερό δέντρο της Άρτεμης και οι Μογγόλοι: Τοπία εξέγερσης

 

 

Δημήτρης Λεοντζάκος*

 

1.

Πιστεύω σε έναν μυστικισμό του απλού αντικειμένου, του πεταμένου, του πιο κοινού. Του απόντος, του παραγνωρισμένου, του ριζωμένου, του κοντινού. Του απόντος επειδή είναι τόσο παρόν που δεν φαίνεται. Στην αποφατική θεολογία του ανοιχτού πεδίου, της ίσιας γης: αυτής της εξίσωσης όπου το τίποτα ίπταται χαμηλά, υπάρχει εδώ, τώρα, κοντά. Στη μεταφυσική της καμπύλης μιας απλής γραμμής: ενός γυμνού κλαδιού ή ενός άφωνου δέντρου.

2.

Εξέγερση για εμένα είναι να σηκωθείς, να εγερθείς, να σταθείς, να περπατήσεις και να φύγεις μακριά – λέξη λέξη – έξω απ’ την γλώσσα. Εκτός του νοήματος, μέχρι το κουμπί του τοπίου – όπως θα έλεγε και ο Εμπειρίκος.

Να φτάσεις πεζός μέχρι εκείνο το δέντρο. Εκείνο το όρθιο δέντρο, που ενώ στέκεται στη μέση του κάμπου είναι ο ορίζοντας. Είναι μέρος του τοπίου, όμως την ίδια στιγμή είναι και ο ορίζοντάς του. Είναι μέρος του πίνακα και το κάδρο του ταυτοχρόνως. Είναι στη σκηνή του ντουζ, στο  Psycho του Alfred Hitchcock, η δίνη του νερού που παρασέρνει τον φόνο, αλλά και την κάμερα πάνω της, με ένα βίαιο zoom in, από το οποίο αναδύεται εντέλει απρόσμενα ένα τεράστιο μάτι: του θύματος, το δικό μας, του θεατή. Είναι ο κότσος της Margarita Terekhova στον Καθρέφτη του Andrei Tarkovsky. Όπως μία γυναίκα κοιτάει τα δέντρα, κοιτάει το φως. Ή μήπως όπως την κοιτάει, όπως μας κοιτάει όλους ‒ καλύτερο ‒ ένα δέντρο. Η πλεκτή οπτική μιας τέτοια λήψης συστροφικής είναι η εξέγερση, είναι το ποίημα.

3.

Η πόρπη λοιπόν του τοπίου ‒ όπως θα μπορούσε να είχε πει και ο Εμπειρίκος ‒ είναι εκείνο το άγνωστο, το άφατο, το τρομερό, το αφόρητο, το κενό, το καινούργιο, το άδειο, το μοναχικό δέντρο στο κέντρο του κάμπου, είναι το ποίημα. Η κουμπότρυπα των λέξεων. Ένα πράγμα τελικά. Όπως ο Χέγκελ κατέληξε στην Μεγάλη Λογική ότι  το πνεύμα είναι ένα οστό. Αυτό εδώ. Το άκρον άωτον του πνεύματος. Το άκρον άωτον της ποίησης είναι ένα απλό αντικείμενο, πεταμένο στον δρόμο. Απ’ όπου, όμως, ξεκουμπώνει το σύμπαν. Είναι ένας δρόμος ανοιχτός πάντα προς την ανατροπή, προς την εξέγερση. Ανοιχτός, απλός, υλικός, αλλά όχι εύκολος: ένας κόμπος. Είναι αυτό που λέμε σύμπτωμα, ένα πτώμα ή ένα απόκομμα. Ένα απλό τρίμμα. Ένα κνίσμα, μια οπή. Μια χαρακιά, η πρώτη γραμμή, μια γρατζουνιά ή μια πληγή. Απ’ όπου χαίνει το ποίημα. Τρέχει σύγκορμο! Προς τους λειμώνες του άγνωστου…

4.

Κουμπότρυπα και κουμπί ταυτόχρονα: η πόρπη αυτή, αυτή η πληγή είναι το ποίημα.

5.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν σκέφτομαι την λέξη εξέγερση, μου έρχονται στο μυαλό τα τείχη. Τα οχυρωματικά τείχη. Τα βυζαντινά, τα ρωμαϊκά ή και τα συναφή ενετικά ή οθωμανικά κτίσματα που έχω δει στην Θεσσαλονίκη, στην Κωνσταντινούπολή, στην Καβάλα, στην Ρώμη, αλλά και παντού στην Μεσόγειο. Τα τείχη όχι ως μνημεία οχυρωματικά, στρατιωτικά, πολεμικά, αμυντικά, αλλά ως μνημεία εξέγερσης, ως σημεία λατρείας, ως έργα τέχνης. Στα οποία ακόμη γυρνάμε, τριγυρνάμε, τα οποία ακόμη λατρεύουμε, φροντίζουμε, συντηρούμε. Σαν εικονοστάσια, σαν εικονίσματα. Αλλιώς, ποιά ακριβώς σημασία θα είχε αυτή η γνωστή ιστορία με το σινικό τείχος, το οποίο τελείωσε, ολοκληρώθηκε, ακριβώς την στιγμή που πια δεν είχε κανένα πρακτικό νόημα; Τελείωσε ακριβώς μόλις ο φόβος των εισβολέων ‒ των Μογγόλων ‒ εξέλειπε. Νομίζω ότι αυτό είναι ο ορισμός του τοπίου για εμένα. Του τοπίου εξέγερσης. Και του έργου τέχνης. Του επαναστατικού σημείου της τέχνης. Του απείρου δηλαδή, του μαθηματικού απείρου, που κρύβει μέσα της. Που κρύβει μέσα του. Που κρύβει μέσα μας. Στα τείχη, σε αυτά τα τείχη, σε ένα τέτοιο αντικείμενο, άχρηστο πια, παρατημένο, μοναχικό, κρύβεται κάτι ιερό. Κάτι κοινό που μας μιλά. Κρύβεται το άγνωστο.

6.

Τα τείχη λοιπόν. Στα τείχη! Και η αρρώστια των τειχών που είναι οι πύλες. Δηλαδή οι οπές απ’ όπου εισέρχονται.

Το φως ή τα νεαρότερα βέλη του μέλλοντος.

* Ποιητής, μουσικός

Ηλέκτρα Λαζάρ: «Το υπάκουο χέρι και η κατάσταση του αλλήθωρου»

Ηλέκτρα Λαζάρ*

Το υπάκουο χέρι και η κατάσταση του αλλήθωρου

Το να φιλολογούμε για την εξέγερση σε μία εποχή του τέλους της πολυφωνίας, σε μία εποχή που ο σκεπτικισμός και η κριτική αντιμετωπίζονται με όρους εθνικής προδοσίας, σε μία εποχή που οι λέξεις περιφέρονται βγάζοντας μας τη γλώσσα[1], πέραν από επικίνδυνο είναι και ριζικά εσφαλμένο. Όπως και το καθετί, έτσι και η έννοια της εξέγερσης αναπτύσσεται ανάμεσα στη συγχρονία και τη διαχρονία. Το σύγχρονο μάτι βλέπει τα εξεγερσιακά επεισόδια με ένα κάποιο δέος· το άλλο μάτι, το μάτι του περιθωρίου το συμμετέχον στην χρήση και αντίληψη του ανώφελου του παρωχημένου του τι αξίζει να επεξεργαστεί και τι όχι, βλέπει την σημερινή ανοιχτωσιά στην εξέγερση ως τον καινούργιο χωροχρόνο μίας φεουδαρχίας και μίας εξουθενωτικής προσπάθειας να γεννιέται συνεχώς το παροντικό. Ο άνθρωπος στο τίποτα του, στις πενιχρές του λέξεις, πρέπει να είναι ο άνθρωπος του σήμερα, συμμετέχοντας είτε από άγνοια είτε από αδιαφορία στη δημόσια παρακμή: εύκολα κατευθυνόμενος προς μία τάση, γινόμενος ο άφαντος της εποχής του, κι όταν λέω άφαντος, εννοώ ακαριαία αξεχώριστος από αυτήν.

Έτσι κι ο ποιητής. Όχι ότι θα ‘θελα να απαντήσω, στο σημείο αυτό, από πότε η φιλολογία της εξέγερσης διατηρεί σχέσεις με το «κόμμα» των ποιητών... Δεν έχει περάσει πολύς χρόνος που ο ποιητής (ο καλλιτέχνης γενικότερα) απελευθερώθηκε επιτέλους από το βάρος του εκφραστή της ανθρωπότητας, δηλαδή από έναν αισθητικό και υπαρξιακό μύθο, που διατεινόταν ψευδώς πως κουβαλάει, ενώ στην πραγματικότητα παρέμενε και παραμένει στενά συνδεδεμένος με το θεσμικό σύστημα που τον εκτρέφει μέχρι σήμερα. Ο ποιητής ζει με κενά μνήμης, τριγυρνάει γύρω από αυτή την ιδεολογική κατασκευή τα τελευταία χρόνια και ζώντας με αναγνώστες ή χωρίς, σχηματίζει μία νέα πολιτιστική τάξη – ή αλλιώς: έναν ακόμη τόπο καπιταλισμού. Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Nisbet, θα ‘λεγα κι εγώ: ξύστε έναν συγγραφέα σήμερα και από κάτω θα βρείτε σχεδόν πάντα έναν επιχειρηματία.

Σε μία αποδυναμωμένη κοινωνία στέκεται παραπίσω με μισή καρδιά. Κι αυτός, ως άνθρωπος του σήμερα, στην προσπάθειά του να παραμείνει ζωντανός (ως συγγραφέας) ανιχνεύει το νέο, έχοντας το ένα μάτι στραμμένο στην πολιτική και πολιτιστική παροντικότητα και το άλλο μάτι στραμμένο στο έργο του, ούτως ώστε να πλησιάσει όσο περισσότερο γίνεται – δημιουργός μίας κατάστασης του αλλήθωρου[2].

Είναι αυτό το περιεχόμενο του τέλους; Σίγουρα όχι το αφήγημα της εξέγερσης που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μία κατάσταση καινούργια και ζωντανή άνευ ονόματος [ένα σκοτάδι εννοιολογικά], αφού ακόμη δυσκολευόμαστε να το γνωρίσουμε. Τι σημαίνει κάθε φορά[3] «εξέγερση»; Τι ορολογία κουβαλάει και ποια είναι τα υποκείμενα της, ή μήπως θα ήταν ύβρις να αμφισβητούμε την έννοια της εξέγερσης σε μία απόπειρα σήμερα να εξεγερθούμε από την τάση των εξεγέρσεων του παρόντος ως παρόν; Μέχρι σήμερα ο ορίζοντας μου (και που τον φέρνουν τόσο υπέροχα οι μέρες που διανύουμε όλοι μας) είναι το αναπάντητο ερώτημα ποιος πιστεύουμε ότι είναι πιο έξυπνος και πιο ηθικός σήμερα: το κράτος ή ο πολίτης; Απ’ όπου κι αν το δούμε, το αδιέξοδο είναι παρόν. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι και το παρόν είναι αδιέξοδο· παρά μόνο μία αδιέξοδη αντίδραση στην αντίδραση.

* Ποιήτρια, δοκιμιογράφος

 

[1] Στις 18 Νοεμβρίου 2020 στις ηλεκτρονικές εφημερίδες ευρείας αναγνωσιμότητας έλαβε χώρα το εξής συμβάν ανορθογραφίας: εφημερίδες τόσο κυβερνητικές, όσο και αντι-κυβερνητικές, η μία μετά την άλλη τοποθετήθηκαν για ένα επίκαιρο θέμα κοινοβουλευτικού περιεχομένου, γράφοντας όλες «πλημέλλημα» και για πρώτη φορά η ανορθογραφία ίσως να φανερώνει κάτι διαφορετικό από τα συνήθη συμπεράσματα. Όχι τόσο λόγου, αλλά χαρακτήρα πολιτικής τεμπελιάς (βλ. «Ποινική δίωξη στη Ζαρούλια για τον διορισμό στη Βουλή», 18.11.2020).

[2] Βλ. το αντίθετό του σε κείμενα του Boris Groys.

[3] Λέγοντας «κάθε φορά» εννοώ αλλιώς «λαμβάνοντας υπόψη ακούραστα τα δεδομένα».

Ζ. Δ. Αϊναλής: «Τα κοινά ερείπια»

Ζ. Δ. Αϊναλής*

 

Τα κοινά ερείπια

«mit dem gemeinsamen Untergang der kämpfenden Klassen»

Παραφράζοντας τον τριαντάχρονο Μαρξ, είναι και κάτι ποιητές και κάτι ποιήτριες που πήραν τόσο σοβαρά τον εαυτό τους και τα εφηβικά και μετεφηβικά τους ποιητικο-εξεγερτικά γυμνάσματα και τα διαλάλησαν τόσο αλήτικα που αυτά τα τελευταία έχασαν σιγά-σιγά τη γοητεία τους. Άρχισαν να επαναλαμβάνονται ακριβώς ως τέτοια: ως καλολαδωμένα ποιητικά γυμνάσματα και φληναφήματα περί ατομικής εξέγερσης ή ως φιλολογικώς εξεγερμένη αιώνια ποιητική νεότης. Εδώ και πολλά χρόνια, αυτή η γενιά, η γενιά που έχει γεννηθεί χονδρικά από το 1975 μέχρι το 1990, εξαργυρώνει στον στίβο της «καθιέρωσης» την εξεγερτικότητά της με κρατικά βραβεία και παντοδαπά άλλα δεινά, επαίνους, μνείες, και ταριχευμένα κεφάλια αρκούδων πάνω από το τζάκι της αμετροέπειάς της όπου καίνε τα κούτσουρα του ανυπόφορου ναρκισσισμού της. Είναι νομοτελειακό ότι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, κάποιοι από αυτούς τους ποιητές και κάποιες από αυτές τις ποιήτριες, προορίζονται να θερμάνουν κάποτε στο εγγύς ή στο-όχι-και-τόσο-εγγύς μέλλον τον ίδιο εκείνον θώκο που διάφοροι άλλοι αξιότιμοι υπουργικοί κώλοι έχουν ήδη θερμάνει καλά μέσα στα χρόνια. Το κράτος, αναγνωρίζοντας την προσφορά τους, θα φροντίσει ίσως να παραλάβουν κάποτε και κανένα Nobel κι εκεί στην τελετή απονομής θα δημηγορήσουν με γλώσσες πύρινες, μαστιγώνοντας την απουσία νοήματος στον σύγχρονο υλιστικό κόσμο, για τη δύναμη της εξέγερσης και της ανταρσίας ως κακομαθημένες καρικατούρες του Byron ή του Shelley, οι καημένοι.    

Η ατομική εξεγερτικότητα του αιώνια έφηβου ποιητή κούρασε. Αυτοανακυκλώνεται και βουλιάζει στον βούρκο της πόζας. Και για την ταμπακιέρα του βιοπορισμού και τα αμείλικτα διλήμματα που αυτή θέτει μετά από δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης ούτε κουβέντα. Μετά τον Δεκέμβρη του 2008 αυτός ο λόγος, αυτή η ποίηση έχασε το πεδίο αναφοράς της. Αυτή η ποίηση, αυτή η ποιητική διατηρούσε ακέραιο το νόημά της μέχρι τον Δεκέμβρη του 2008 καθώς αποτελούσε τη μαρτυρία της ασφυκτιούσας φωνής που με έναν τρόπο προμήνυε την εξέγερση.      

             Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 υπήρξε η λυδία λίθος που μέτρησε το μπόι μιας ολόκληρης γενιάς. Είναι πιθανόν δύσκολο να το αντιληφθούμε ή να το κατανοήσουμε, αλλά σήμερα νομίζω πως μπορούμε να ισχυριστούμε ευλόγως πως η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 τρόμαξε δυσανάλογα τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ τόσο του ελληνικού κράτους όσο και του ευρωκρατικού κλουβιού με τις τρελές. Με έναν τρόπο, η πολιτική που ασκείται στην Ελλάδα από το 2009 είναι η πολιτική μιας διαρκούς αντεπανάστασης και ενώ η επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε βέβαια ποτέ. Και αυτό το λέω διότι δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου ότι οι πολιτικές που ασκήθηκαν στην Ελλάδα από το 2009 και εξής είχαν, εκτός των άλλων, και έναν σαφή αποτρεπτικό σκοπό: αυτή η γενιά, οι άνθρωποι τότε 25-30 χρονών, μια σχετικά προνομιούχα μέχρι τότε γενιά, δεν θα έπρεπε να είναι σε θέση να επαναλάβει στο άμεσο μέλλον τότε –και στο δικό μας παρόν τώρα– κανένα άλλου τέτοιου τύπου απονενοημένο συλλογικό εξεγερτικό διάβημα. Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να εξαφανιστούν από το προσκήνιο της Ιστορίας.

             Πού πήγαν αυτοί οι άνθρωποι; Η απάντηση είναι απλή: στα σπίτια τους. Ηττήθηκαν – ηττηθήκαμε. Αποδεχτήκαμε πρώτα και κύρια εμείς οι ίδιοι την αορατότητά μας για τους εαυτούς μας. Αποδεχτήκαμε ότι θα διέλθουμε αφανώς το μερτικό της Ιστορίας που μας αναλογεί και θα απέλθουμε ησύχως. Σφηνωμένοι ανάμεσα σε δυο άλλες γενιές, τη γενιά των γονιών μας, τη γενιά της μεταπολίτευσης και τη γενιά των παιδιών μας που βρίσκεται ακόμη, ως επί το πλείστον, σε νηπιακή κατάσταση. Δεχτήκαμε να είμαστε και να παίξουμε τον ρόλο της «χαμένης γενιάς» που η οικονομική και πολιτική ελίτ αυτής της χώρας απεργάστηκε για εμάς. Μια «χαμένη γενιά» αιώνιων εφήβων, ανήλικων ενήλικων, που οι περισσότεροι και οι περισσότερες από εμάς, στα σαράντα μας, ακόμα ψάχνουμε να δούμε τι θα κάνουμε στη ζωή μας. Είμαστε συνένοχοι, βέβαια, αναμφίβολα, κι εμείς οι ίδιοι στο έγκλημα που διαπράχθηκε εναντίον μας. Πήγαμε μόνοι μας και σκύψαμε ωραία-ωραία το σβέρκο, τοποθετώντας εύτακτα στην γκιλοτίνα το κεφάλι, διευκολύνοντας έτσι τον δήμιο στο έργο του. Χαμογελώντας κομμάτι αμήχανα κοιτάζαμε ένας-ένας το μασκοφορεμένο πρόσωπό του την ώρα που εκείνος απελευθέρωνε μηχανικά κάθε φορά τη λάμα. Φυσικά, η συνεργασία μας αφήνει αδιάφορο τον δήμιο – για εκείνον δεν είμαστε παρά ακόμα ένα κεφάλι στο καλάθι με τον σωρό των ματωμένων κεφαλών.  

             Δεν πρόκειται λοιπόν για ζήτημα επιλογής, για πολιτική πρόταση· πρόκειται για ζήτημα επιβίωσης. Τώρα που κυβερνά αυτή η δράκα κομψευόμενων της Realpolitik με τα ατσαλάκωτα κουστούμια και τα ψυχρά ή ηλίθια (ανάλογα με το πρόσωπο) χαμόγελα, που το ένα και αποκλειστικό ιδανικό τους είναι το δικό τους στομάχι, το δικό τους τομάρι, η δική τους ευμάρεια, αυτή η δράκα των τάχατες τεχνοκρατών που έλκει τις καταβολές της στον χειρότερο απόπατο της ελληνικής Δεξιάς, όλον αυτόν τον εσμό των μαυραγοριτών, των δωσίλογων, των ταγματασφαλιτών και των χωροφυλάκων, τώρα που αυτή η δράκα της επιτελικής αριστείας απεργάζεται για το μέλλον της συντριπτικής πλειοψηφίας αυτών που κατοικούν σ’ αυτόν τον τόπο ένα σκοτεινό, δυσοίωνο, ζοφερό αύριο χωρίς στοιχειώδη δικαιώματα, χωρίς υγεία, χωρίς εκπαίδευση, χωρίς εργασία, ένα σκοτεινό, δυσοίωνο, ζοφερό αύριο γεμάτο τρόμο, ανασφάλεια, μοναξιά, αλλοτρίωση και παράνοια, δεν μας απομένει τίποτε άλλο παρά να συμμαχήσουμε διαγενεϊκά με αυτήν τη νέα γενιά που στο πλατύσκαλο της ενηλικίωσης, αυτήν ακριβώς την ώρα, δίνει τον δικό της αγώνα, ενάντια σε δράκους, για την επιβίωση. Να συμμαχήσουμε με τους νέους ενήλικους, μαζί τους, για ατομική και συλλογική αξιοπρέπεια. Να αιτηθούμε τα αυτονόητα: σταθερή εργασία, έναν αξιοπρεπή μισθό και εργασιακή ασφάλεια, αποκρούοντας την τρομοκρατία της ανεργίας και της διαρκούς επισφάλειας, νοσοκομεία, γιατρούς, δασκάλους, σχολεία. Να μην υποπέσουμε στον κοινωνικό και διαγενεϊκό κανιβαλισμό. Αν μη τι άλλο, να μην απέλθουμε ησύχως. Να μην τους κάνουμε αυτήν τη χάρη. Να μην χωρέσουμε μες στο κιβούρι που φτιάξανε για μας.

             Ο Μεσοπόλεμος βαδίζει καταπάνω μας με βήμα γοργό. Θέτει σε κίνηση παλιές μυλόπετρες δίπολων και διλημμάτων. Άλλωστε, ο Καπιταλισμός έχει αποδείξει εξακολουθητικά ότι δεν χρειάζεται να εφευρίσκει κάθε φορά καινούργιες λύσεις στα αδιέξοδά του. Μια χαρά μπορεί ν’ ανακυκλώνει τις παλιές. Όσοι και όσες από εμάς επιλέξουμε να μην συντριφτούμε από τις ιδεολογικές αυτές μυλόπετρες θα πεθάνουμε με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Και αν δεν δολοφονηθούμε με συνοπτικές διαδικασίες, θα καταλήξουμε πιθανότατα ν’ αγναντεύουμε από το ύψος κάποιου Νέου Παρθενώνα το απέραντο γαλάζιο από κάποιον κατάξερο αιγαιοπελαγίτικο βράχο μέχρι να ματώσουν τα μάτια μας από την τόση ομορφιά. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, όσο προλαβαίνουμε.

* Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής

Ναταλία Κατσού: «Το εξ- και η μετατόπιση»

Ναταλία Κατσού*

 

Το εξ- και η μετατόπιση

Έχουν παρέλθει οι εποχές των μεγάλων λέξεων και των μεγάλων πράξεων. Και ήδη  αυτή η εισαγωγική πρόταση, αφοριστική και γενικόλογη, προδίδει την προσπάθειά της. Δεν υπάρχει καθαρό μέτρο για το μεγάλο και το μικρό, παρόλο που διανύουμε τον αιώνα της ποσοτικοποίησης και της στατιστικής καταμέτρησης. Αυτό που προσδίδει (οποιοδήποτε) μέγεθος – εντύπωσης, ευθύνης, ή και ενοχής - στην ‘εξέγερση’ είναι το εξ-. Χρειάζεται κάτι έξω από το καθημερινό και το προβλέψιμο, χρειάζεται κάτι εκτός της συνήθους πραγματικότητας, κάτι εξαιρετικό για να εκτοξευθεί μία έγερση.

Στην υπερπραγματικότητά (hyperréalité) μας, κατά τον Baudrillard, κυριαρχούν τα είδωλα. Κατασκευασμένα μοντέλα εαυτών χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς την περίφημη ‘καταγωγή’. Ανακουφισμένοι από την παγίδα της αλήθειας και της αυθεντικότητας, οι άνθρωποι γίνονται ξεχωριστοί και μοναδικοί, αφού κάθε επιλογή θεωρείται άνευ προηγουμένου και αποκτά αυταξία σε ένα θέατρο σολιψισμού και αυτοπάθειας. Οποιαδήποτε δράση συμβαίνει έτσι πάντοτε εκτός πλαισίου, καθώς το πλαίσιο μετατοπίζεται διαρκώς, σέρνεται μάλιστα, σαν ξηλωμένη γιρλάντα γύρω από το λαιμό των πολλαπλασιαζόμενων ιδανικών εαυτών. «Το πλαίσιο είμαι εγώ», θα μπορούσε να αναφωνήσει το είδωλο του καθενός, το σύνολο των ιδανικών εαυτών που εντέλει ομοιάζουν περισσότερο από όσο ξεχωρίζουν. Και ποιος ο λόγος να πράξει κάτι εξαιρετικό, εξεγερτικό κανείς, όταν όλα αρχίζουν και τελειώνουν στη ματιά του;

Αυτή η θάλασσα ξεχωριστών ειδώλων διαβρέχει και την ποίηση των τελευταίων δεκαετιών –καταρχάς χωρίς να διακρίνεται θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Άλλωστε, η επιμονή όσων γράφουν ποίηση μέσα στην κανονικότητα των άπειρων μοναδικών, αποτελεί από μόνη της μία πράξη αντίστασης, ή ακόμη και εξέγερσης, όπως πολύ συχνά διατυπώνεται. Αρκεί όμως αυτό; Αν μη τι άλλο, αναπαράγει το μοντέλο της υπερπραγματικότητας με τα χιλιάδες είδωλα που ομφαλοσκοπούν και είναι αμφίβολο εάν υπάρχει τρόπος να ανασυρθεί από αυτό.

Ο Baudrillard ρίχνει λίγο φως όταν συναντά τον Καστοριάδη: η εξουσία δεν ορίζεται πλέον από την κατοχή και τη διατήρηση του κεφαλαίου, αλλά από τη διαχείριση του φαντασιακού. Η ιστορία, ήδη από τον Benjamin, οπισθοχωρεί ενώπιον της αφήγησης και η προοπτική αποκτά εργαλειακή αξία. Δεδομένου ότι η περισσότερη πραγματικότητα συμβαίνει μέσα στη σκέψη των ανθρώπων, δυνατός είναι όποιος μπορεί να επέμβει –φλερτάροντας ενδεχομένως και με την μπρεχτική ‘παραξενοποίηση’- στη συνείδηση των συνανθρώπων του. Οι ποιητές, όπως κάθε είδους δημιουργοί τέχνης, έχουν αυτήν τη δυνατότητα.

Εφόσον το πλαίσιο μετατοπίζεται μαζί με τη σκιά του κάθε αναγνώστη, ο ποιητής ρισκάρει περισσότερο, καθώς μετακινείται εντός του δικού του πλαισίου, αλλά και της ίδιας της εικόνας του. Ο ποιητής, είδωλο κατεξοχήν και ειδωλολάτρης, εάν καταφέρει να προ(σ)βάλλει τις συνειδήσεις με τη γλώσσα του, με το σύμπαν της τέχνης του, μπορεί να κάνει την ντεριντιανή διαφωρά. Στην προσπάθειά του να εξεγερθεί, κινδυνεύει να εξοστρακιστεί – θα μπορεί όμως να θαυμάζει από εκεί την αντανάκλαση της φωτιάς του.

* Ποιήτρια, σκηνοθέτις

Γιάννης Καρπούζης: «Το πένθος»

Γιάννης Καρπούζης*

 

Το πένθος

 

Θυμάμαι καλά τις αρχές τις νέας χιλιετίας στο πανεπιστήμιο, που οι αφίσες μας έγραφαν : «η λάμψη της εξέγερσης είναι παντοτινή». Όμως ο κόσμος αλλάζει γρήγορα – πολύ γρήγορα – , όχι ως κλισέ φράση αλλά ως ταχύτητα, ταχύτητα που οι καταπιεσμένοι δεν μπορούν να ελέγξουν και τα πολιτικά κόμματα που τάσσονται μαζί τους δεν προλαβαίνουν να επεξεργαστούν. Και έτσι, μέσα σε (λιγότερο από) είκοσι χρόνια ξυπνήσαμε σε διαφορετικό πλανήτη. Η σημερινή εποχή (ακόμη και πριν την πανδημία «Covid») εμφανίζεται ως δραματικά χειρότερη για τον κοινωνικό ιστό σε σχέση με τα τέλη του ’90. Τότε το «τείχος» – ως συμβολισμός κυρίως – είχε καταρρεύσει μόλις λίγα χρόνια πίσω, και η μορφή του μετα-ψυχροπολεμικού κόσμου δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί. Οι αστικές δημοκρατίες διατηρούσαν ένα κοινωνικό συμβόλαιο με τους πολίτες και οι ταξικές αντιθέσεις είχαν περισσότερο ήπιο χαρακτήρα. Η καταστολή δεν είχε τον σημερινό της εξοπλισμό (και εξειδίκευση) και η κοινωνία της παρακολούθησης ήταν μία ακόμη σκοτεινή πρόβλεψη των φιλοσόφων. To σημαντικότερο όμως είναι ότι η εξέγερση δεν είχε χάσει την λάμψη της, που σημαίνει ότι ο κόσμος άλλαζε (και) από τα κάτω. Ως απόηχος της γενιάς του ’60 τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα ήταν ολοζώντανα. Οι Ζαπατίστας συγκροτούσαν αυτόνομες κοινότητες, το αντιπολεμικό κίνημα κατάφερνε να ξεσηκώνει εκατοντάδες χιλιάδες στην Ελλάδα, η μάχη στη Γένοβα έδειχνε ότι υπήρχε μία άγρια ευρωπαϊκή νεολαία έτοιμη να πολεμήσει, οι καταλήψεις δεν είχαν αδειάσει σε Βερολίνο και Βαρκελώνη και η συγκρότηση του «Φόρουμ» ήταν μία νέα προσπάθεια για διεθνή συντονισμό της Αριστεράς. Όλα αυτά τα κινήματα στις αρχές του 2000 όντως επιχείρησαν να διαμορφώσουν το σχήμα του κόσμου μας (και σε ένα βαθμό τα κατάφεραν). Εξαιτίας ωστόσο της κατάρρευσης του «αντίπαλου πόλου», δηλαδή της σημειολογικής αντανάκλασης που είχε ο Σοβιετικός - Μαοϊκός κόσμος στον υπόλοιπο, οι κυρίαρχοι σάρωσαν τα ατομικά, πολιτικά και εργασιακά δικαιώματα με τρόπους που έχουν πολλές φορές περιγραφεί ως «δόγμα του ΣΟΚ» ή «ΤΙΝΑ» (There Is No Alternative). Δεν φοβάμαι – κυρίως – ότι η εξέγερση δεν θα επαναδιαμορφώσει την κοινωνία στο μέλλον αλλά ότι στο παρόν έχει απολέσει κάτι από την ατόφια λάμψη της, από την ποιητική της υπόσταση. Όπως και όλα τα υπερβατολογικά σημαίνοντα έχει εκπέσει. Αυτό που μας μένει, είναι το πένθος.   

 

* Καλλιτέχνης που ασχολείται με ποίηση, φωτογραφία, κινηματογρά

Έλσα Κορνέτη: «Αντίσταση στο επερχόμενο χάος»

Έλσα Κορνέτη*

 

 

Αντίσταση στο επερχόμενο χάος

 

Σ’ ένα κόσμο φλύαρο και συχνά αμετροεπή, οι λέξεις διατηρούν σ’ ένα βαθμό την ελευθερία τους, όταν κινούνται ευέλικτα σε δημοκρατικό περιβάλλον. Σ’ ένα κόσμο ελεγχόμενο, αν όχι χειραγωγούμενο από την τεχνολογία, τον στείρο ορθολογισμό και την ψηφιακή ηθική, οι αριθμοί που είναι από τη σύστασή τους ανελαστικοί, αυταρχικοί και υπερόπτες, είναι επόμενο να κυριαρχούν. Σήμερα που τα κείμενα τείνουν να εξαφανιστούν από τις εικόνες και η αλαζονική βασιλεία των αριθμών να καταπιεί την κοινωνία των λέξεων, η ζωή των βιβλίων ίσως μοιάζει ξεπερασμένη. Στην ψηφιακή εποχή, όσο οι λέξεις θα χωνεύονται στο στομάχι των αριθμών, η τυραννία και η λαιμαργία θα κάνουν χρήση μιας ισόβιας εξουσίας, ενώ ο άνθρωπος, έρμαιο της αγοράς, θα γίνεται μάρτυρας της ψυχικής αδυναμίας του ν’ αντιδράσει. Λογιστικοί μηχανισμοί, υπολογιστικές μηχανές, δείκτες αλγοριθμικοί, μαθηματικές εξισώσεις, τεχνητή νοημοσύνη, ρομποτικά παράγωγα, θα προκαλούν παλιρροϊκά κύματα αφόρητου κυνισμού που θα σαρώνουν τα τελευταία ίχνη ρομαντισμού.

Όσο όμως κι αν η σκηνή της ζωής είναι αυτή, ένας επαναστατικός συμβολισμός παραμένει ανεξίτηλος και ακέραιος, άλλοτε ως πολιτική δράση και άλλοτε ως συναισθηματική αντίδραση. Είναι η ποίηση που εκ φύσεως εναντιώνεται στην αγορά, μια τέτοια αντίδραση; «Ο ποιητής παράγει ένα έργο με μηδενική σχεδόν ανταλλακτική αξία σε χρήμα… Ό,τι αξίζει είναι ό,τι έχει γραφεί ενάντια στην αγορά» είχε πει κάποτε εύστοχα ο Έζρα Πάουντ. Με την ποιητική του τέχνη ενάντια στα καταναλωτικά «ιδεώδη» ο ποιητής βίωνε πάντοτε μια προσωπική εξέγερση, προσδιόριζε ξανά τον χώρο και τον εαυτό του, τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά –αναπόφευκτα– και τον τρόπο που αντίκριζε την παράδοση και την Ιστορία. Με τον τρόπο αυτόν, από τη διαβόητη ωμότητα των φθαρμένων πραγμάτων διαμόρφωνε τη νέα τους αξία.

Πώς λοιπόν μπορεί να πάψει κι ο ποιητής του νέου αιώνα ν’ αντιστέκεται στην ευκολία της αναπαραγωγής ανούσιων προϊόντων ομφαλοσκόπησης, να μην τολμά να επαναστατεί με μια ποίηση που θα επαναστατεί ενάντια στον εαυτό της, αρνούμενη να εγκιβωτιστεί στο ποίημα, στο στενό πλαίσιο μιας διακοσμητικής έκφρασης και συναισθηματικής εκτόνωσης, πώς δεν θα αντλεί υλικό έμπνευσης από την καθημερινή ζωή και το ιστορικό κλίμα;

Αν επανάσταση είναι η (κατά Ρουσσώ) επιστροφή σε μιαν αρχέγονη εποχή πριν την αδικία, για τον σύγχρονο εξεγερμένο ποιητή είναι η ορμή προς μιαν εποχή ελεύθερης ταλάντωσης της συνείδησης, μια μετατόπιση και μια περιστροφή πέρα και γύρω από την ανισότητα ή τις ανισότητες, όπως αυτές τείνουν να παγιωθούν στην εποχή μας, σ’ ένα χάσμα ανεπανόρθωτο που μοιάζει με ανοιχτό πελώριο ψαλίδι ανάμεσα στον πνευματικό και τον μηχανικό άνθρωπο.

Ο παγκόσμιος επαναπροσδιορισμός δίνει σήμερα στον ποιητή μια έξοχη ευκαιρία να κροταλίσει πέρα δώθε στα χέρια του σαν κουδουνίστρα, μια Ποίηση- Ταραχοποιό. Μέσα στην έκρηξη ποιητικής παραγωγικότητας, κάτι που δεν συνάδει με τα λαμπερά πρότυπα επιτυχίας, η Ταραχοποιός Ποίηση σπάζει τον γυάλινο πύργο που κρατούσε τον ποιητή έγκλειστο σε χώρο αποστειρωμένο, καθορισμένο ή περιορισμένο και τον ελευθερώνει για ν’ αρχίσει  να καταγράφει τα σημάδια των καιρών ενός παράδοξα υβριδικού Γενναίου Κόσμου, χαρακτηριζόμενου από την αντιπαράθεση ανάμεσα στην τεχνοκρατική πλειοψηφία και την απέραντη μειοψηφία των happy few, ανάμεσα σε ισότητες και ανισότητες, ανάμεσα στο δίκαιο και στο άδικο.

Σε μιαν εποχή όπου το να γράφεις ποιήματα θα ισοδυναμεί περισσότερο με μια δημόσια δήλωση αποτυχίας, γενικότερη ή και ειδικότερη αδυναμία να υπάρχεις κανονικά, η απελπισία της εξέγερσης, παίρνοντας τη μορφή της ποίησης, αυτό θα επιδιώκει: να διασωθεί η φαντασία, η κατ’ εξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα (Octavio Paz), που κινδυνεύει όχι τόσο να σπάσει ή και να πεθάνει αλλά να διαβρωθεί και να «σωθεί» μόνο στην υπερτεχνολογική εκδοχή της. Μια εκδοχή που δεν θα κάνει τον άνθρωπο απλώς να λησμονήσει την ποίηση, αλλά να λησμονήσει τον ίδιο τον εαυτό του και να ξαναγυρίσει, όπως φοβόταν ο Octavio Paz, στο άμορφο χάος.

*  Ποιήτρια, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, κριτικός

 

Τάσος Σαγρής: «Ποίηση και εξέγερση»

Τάσος Σαγρής*

 

 

Ποίηση και εξέγερση

H Tέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Σκοπός της Τέχνης όμως πρέπει να είναι να αλλάξει την συνείδηση των υποκειμένων που θα γίνουν φορείς της αλλαγής του κόσμου. Αυτός  ο κόσμος παράγει δυστυχία, ανισότητα, απολυταρχία και μαζική αποβλάκωση. Αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει.

Eν αντιθέσει με την παραδοσιακή αριστερά, ονομάζουμε "πολιτική Τέχνη", είτε το αναγνωρίζουν οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες για τους εαυτούς τους είτε όχι, και όλες αυτές τις μορφές καθεστωτικής τέχνης που αναπαράγουν τις μορφές κυριαρχίας του παρόντος κόσμου. Το ηλίθιο χαμόγελο της τηλεπαρουσιάστριας στις εκπομπές πρωινής αποβλάκωσης είναι πολιτική τέχνη. Τέχνη της δεξιάς, τέχνη της συντήρησης, τέχνη της αναπαραγωγής των σχέσεων κυριαρχίας… άρα πολιτική Τέχνη.

Τα μεγάλα εμπορικά θέατρα και οι Όπερες, οι κρατικοί θίασοι και οι κρατικοδίαιτοι πειραματιστές με το «απολιτίκ» μπλαζέ απαξιωτικό ύφος είναι πολιτική Τέχνη, οι μεταμοντέρνοι αποτιμητές του τέλους των επαναστατικών οραμάτων και οι ακαδημαϊκοί απολογητές της ήττας είναι καλλιτέχνες του πνεύματος της ηττοπάθειας και της υποδούλωσης. Ο στρατός στελεχών της διαφήμισης και των υπουργείων πολιτισμού, τουρισμού, παιδείας και θρησκευμάτων, των εταιριών διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και επιχορηγήσεων καινοτομίας και Τέχνης, όλοι αυτοί είναι πολιτικοί καλλιτέχνες, στρατευμένοι καλλιτέχνες, στρατευμένοι συνειδητά ή εν αγνοία τους στην διαιώνιση των σχέσεων κυριαρχίας.

Αυτή είναι μια μορφή ακραιφνούς πολιτικής τέχνης που στην μεταμοντέρνα εποχή μας παρουσιάζεται με την πρόφαση της από-ιδεολογικοποιημένης "ελεύθερης έκφρασης" ενώ την ίδια στιγμή με τις επαφές, τις επιλογές και τις ιδέες της στηρίζει την πιο ακραία, την πιο καταστροφική, την πιο απάνθρωπη ιδεολογία, την πιο ανεξέλεγκτη συνθήκη διακυβέρνησης που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, τον νέο-φιλελευθερισμό. Επιχορηγούμενα μουσεία και κέντρα σύγχρονης τέχνης, θίασοι αυλοκόλακες και ποιητές των υπουργείων και των εταιριών, γλύφτες curators και ακίνδυνοι για το σύστημα απολιτίκ πειραματιστές σκηνοθέτες που κρύβουν την απουσία περιεχομένου πίσω από ψευδο-αναζητήσεις στην μορφή και την φόρμα, τραγουδιστές της ηλιθιότητας και σπουδαίοι συγγραφείς του μικροαστικού τίποτα.     

Από την άλλη μεριά του οδοφράγματος, την δικιά μας μεριά ενός οδοφράγματος που δημιουργούμε κάθε στιγμή εμείς οι ίδιοι με τις επιλογές και την στάση μας, γνωρίζουμε πως υπάρχουν οι πνευματικοί μας φίλοι, οι εραστές μας και οι σύντροφοι μας, υπάρχει η δικιά μας πολιτική Τέχνη, οι δικοί μας πολιτικοί καλλιτέχνες. Επαναστατημένοι δημιουργοί και διασαλευτές της δημόσιας τάξης, εκστατικοί εμπνευσμένοι άγιοι, άγνωστοι και νέοι καλλιτέχνες χωρίς χρήματα και μέλλον, εμπρηστές γραφείων εταιριών και ακριβών αυτοκινήτων, νεαρά παιδιά που χαμογελούν με την καρδιά τους γεμάτη έρωτα για την ζωή και την ελευθερία πίσω από τις μαύρες κουκούλες τους στις άκρες ενός φλεγόμενου δρόμου,  περιπλανώμενοι αναζητητές του αγνώστου, ταξιδευτές ποιητές εφευρέτες νέων νοημάτων και νέων λέξεων, μουσικοί που ανακαλύπτουν νέες περιοχές του ήχου της ατέρμονης ψυχικής πίεσης της ζωής στις σύγχρονες μητροπόλεις της Δύσης, τεχνολόγοι εφευρέτες του τέλους της εργασίας για χάρη της ελεύθερης ανεμπόδιστης δημιουργικότητας, διαδηλωτές που ουρλιάζουν με όλη τους την δύναμη «Απόψε Πεθαίνει ο Φασισμός», ένα παιδί ευτυχισμένο που κοιτάζει την μάνα του και της λέει «Ήρθε το Καλοκαίρι!»,  κορίτσια που ερωτεύονται άλλα κορίτσια και γράφουν σύντομα κρυφά ποιήματα για την απελπισία του έρωτα και την δύναμη της αγάπης, αγόρια που στέλνουν ρομαντικά ραβασάκια από chat και sms, άστεγοι που ζωγραφίζουν το πόνο τους στους δρόμους της πόλης, απάτριδες νομάδες, γιαγιάδες που προσφέρουν ένα πιάτο φαϊ σε πεινασμένες μετανάστριες,  φτωχοί στα όπλα, καθαρίστριες, υπηρέτριες, τυφλοί, ανάπηροι που δέχονται επιθέσεις με δακρυγόνα από την αστυνομία στις εισόδους των υπουργείων και αντεπιτίθενται με τα κουρασμένα τους σώματα, οι άνθρωποι που συνεχίζουν να αγαπούν την Ζωή και θέλουν να υπερασπιστούν την αξιοπρέπεια τους με κάθε τίμημα, άνθρωποι απλοί και καθημερινοί που ξέρουν ότι ζούμε μια και μοναδική στιγμή σε αυτό τον κόσμο και όμως πρέπει να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε διαρκώς μέσα στους αιώνες για την Ελευθερία.

Θάνατος στους Τυράννους - Ζήτω η Ελευθερία

* Ποιητής και σκηνοθέτης, ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Πειραματικών Τεχνών. Συμμετέχει στη συλλογικότητα Κενό Δίκτυο.

 

Το παρόν κείμενο αποτελεί εκτεταμένο απόσπασμα από την τοποθέτηση του Κενού Δικτύου στα πλαίσια της εκδήλωσης "Ποίηση και Εξέγερση" που διοργάνωσε στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός το 2014.

Πατρίτσια Κολαΐτη: «Η Γλώσσα προπύργιο της αυθαιρεσίας»

Πατρίτσια Κολαΐτη*

 

 

Η γλώσσα προπύργιο της αυθαιρεσίας

 

Καμία απολύτως δυνητική κόντρα με την παράδοση δεν πρόκειται ποτέ να αποτελέσει θεμελιακό σημείο τομής και να παράσχει τα εχέγγυα μιας Ετεροτοπίας, εάν τόσο το ατομικό όσο και το συλλογικό Υποκείμενο δεν ξεμπροστιάσουν και δεν έρθουν σε κατά μέτωπον ρήξη με το πλέον προκεχωρημένο οχύρωμα της παραδεδομένης ιστορικότητας: την αυθαιρεσία της. Για όσο ατομικός και συλλογικός νους βολεύονται αναπαυτικά στο λίκνο παραδεδομένων "κατά σύμβασιν" αληθειών, για όσο η ταξινόμηση των ανθρωπίνων σε "σωστό" και "λάθος" υπαγορεύεται από κληρονομηθέντα που δεν υπακούουν σε καμιά αιτιώδη συνάφεια, η όποια απόπειρα εξέγερσης ενάντια στα θέσφατα της καθεστώσας συντεταγμένης κοινωνίας δεν θα είναι παρά μερίκευση και μερισμός. Χωλό ημίμετρο.

Η πιο επικίνδυνη από όλες τις εκδοχές αυθαιρεσίας, φυσικά, είναι η λανθάνουσα. Εκείνη που παραλλάσσει το "κατά σύμβασιν" με το ένδυμα του "αιτιώδους". Ο ανθρώπινος ενδοατομικός και συλλογικός βίος έχει δομηθεί εκ βάθρων πάνω σε τέτοιας κοπής κατ' επίφασιν αιτιότητες, αυθαιρεσίες παραλλαγής. Η υπέρτατη, η πλέον κατάφωρη αυτών είναι η ίδια η Γλώσσα.

Πουθενά αλλού το κατ' επίφασιν αιτιώδες δεν έχει υπεκφύγει τόσο αποτελεσματικά όσο στην περίπτωση της γλωσσικής ιστορικότητας. Η αυθαιρεσία των γλωσσικών σημείων (το οτι δηλαδή δεν υπάρχει καμία αιτιακή λογική γιατί η ΓΑΤΑ λέγεται "γάτα" και ο ΣΚΥΛΟΣ "σκύλος") είναι μία από τις θεμελιώδεις ιδιότητες της φυσικής ανθρώπινης Γλώσσας. Στο ίδιο σακί βρίσκεται και η αυθαιρεσία της κανονιστικής γραμματικής, αφού με αμιγώς γλωσσολογικούς όρους τίποτα απολύτως δεν καθιστά πιο σωστό το "επειδή" από το "επειδής", το "καλύτερο" από το "καλυτερότερο" ή το "αληθές" από το "αληθή". Η κατ' επίφασιν αιτιότητα της ορθογραφίας –με το ετυμολογικό της πρόσχημα– και των απανταχόθεν γραμματικών τύπου Τριανταφυλλίδη δεν είναι άλλο από προϊόντα μια μακράς αλυσίδας κληρονομηθέντων που o ύστατoς κρίκος τους, κάπου 80.000 χρόνια πριν, φτάνει σε μία χούφτα (αυθαίρετων) πρωτο-λεξημάτων μιας (αυθαίρετης) ανθρώπινης πρωτο-λαλιάς, με τις χιλιάδες εθνικές γλώσσες, στις οποίες αποσχίστηκε μέσα στο πέρασμα του χρόνου να αποκτούν η καθεμιά την δική της (αυθαίρετη) γραπτή απόδοση. Τι κωμικό. Όλη κι όλη μια συμπεφωνημένη τυχαιότητα να διαχωρίζει τους "εγγράμματους" από τους "αγράμματους", τους "ανορθόγραφους" από τους "ορθο-γράφους", τον αμνό του Θεού από το απολωλός πρόβατο, τους "σωστούς" από τους "λάθος".

Παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ με θέμα το female genital mutilation, στάθηκα την προσπάθεια μιας γυναίκας της Φυλής των Μασσάι να εξηγήσει την αιτιακή λογική της φρικαλέας πρακτικής: υποφέρατε; την ρωτά ο δημοσιογράφος. Περισσότερο από όσο μπορείς να φανταστείς, παραδέχεται η γυναίκα με νοσηρό καμάρι. Τότε για ποιο λόγο συνεχίζετε αυτήν την πρακτική; Γιατί είναι το σωστό, απαντά εκείνη. Και γιατί είναι "το σωστό"; την ξαναρωτά. Γιατί την ακολουθούσαν και οι μανάδες μας. Οι μανάδες σας γιατί την ακολουθούσαν; Γιατί την ακολουθούσαν και οι γιαγιάδες μας. Οι γιαγιάδες σας γιατί την ακολουθούσαν; Γιατί την ακολουθούσαν και οι δικές τους γιαγιάδες. Και αυτές γιατί την ακολουθούσαν; Γιατί έτσι γινόταν από πάντα.

Υπηρετώντας τους κανονιστικούς μηχανισμούς της Γλώσσας πλειοδοτούμε υπέρ της ιστορικής σύμβασης εις βάρος της αιτιακής λογικής. Νομιμοποιούμε την πρακτική να θεωρούμε σωστό κάτι που γίνεται σήμερα μόνο και μόνο επειδή γινόταν και χθες. Και σωστό που γινόταν χθες μόνο και μόνο επειδή γινόταν και προχθές. Ο 21ος αιώνας οφείλει να είναι ο αιώνας της ρήξης με την κατ' επίφασιν αιτιότητα των παραδεδομένων βεβαιοτήτων. Πρέπει να είναι ως εκ τούτου και ο αιώνας της ανενδοτικής ρήξης με την φενάκη της Γλωσσικής αιτιότητας. Προγραμματική δήλωση αυτό...

* Ποιήτρια, performer, φιλόσοφος, educator

Φάνης Παπαγεωργίου: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο καινούργιος δεν μπορεί να γεννηθεί»

Φάνης Παπαγεωργίου*

 

 

Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο καινούργιος δεν μπορεί να γεννηθεί

 

Βρισκόμαστε εν μέσω μιας γέννας που κρατάει πολύ περισσότερο από ότι συνήθως. Ένα παιδί, όχι όπως τα άλλα, παλεύει για να βγει από τη μήτρα, δυσκολεύεται όμως πολύ. Δυσκολεύεται πολύ γιατί ο γιατρός και η νοσοκόμα δεν έχουν ξαναδεί τέτοιο παιδί και δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν για να βγει; Δυσκολεύεται γιατί είναι τόσο μεγάλο και ανεπτυγμένο που θα βγει από το κεφάλι όπως η Αθηνά; Μπορεί κάποιος ή κάποια να συνεχίσει να απαριθμεί πιθανούς λόγους για αυτήν την – όχι και τόσο ευχάριστη – εξέλιξη. Ταυτόχρονα, όσο αυτή η κυοφορία είναι εν εξελίξει, ο κόσμος διαλύεται, οι λίμνες έχουν ξεχειλίσει, ανεμοστρόβιλοι σαρώνουν τις πόλεις και η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο βαθαίνει. Βάσανα, θάνατοι και καταστροφές περιγράφουν τον κόσμο. Να ένας ακόμα λόγος για τη δυσκολία της γέννας.

Αν κάποιος/α αφουγκραστεί αυτήν τη στιγμή θα ακούσει κραυγές. Ίσως είναι κραυγές από το νέο πλάσμα που γεννιέται. Ίσως πάλι να είναι οι κραυγές που απηχούν όσα συμβαίνουν απ’ έξω. Ίσως πάλι είναι μια ένωση αυτών των κραυγών. Αυτά βέβαια ακούγονται όταν βρίσκεσαι σε μια σχετική απόσταση. Πλησιάζοντας μπορείς να διακρίνεις ίσως, ομιλίες να διαπλέκονται σαν κισσός με τις κραυγές, να διαλέγονται ίσως ακόμα μαζί τους, εκεί όπου προηγουμένως – ένεκα των αποστάσεων – άκουγες μόνο τις κραυγές. Η φωνή προσπαθεί άλλοτε να διαγωνίζεται σε ένταση και μορφή την κραυγή, ενώ άλλοτε προσπαθεί να σταθεί απέναντι της με ακριβώς την αντίθετη, άρα ετερονομική σχέση. Έχοντας καταλάβει την κυριαρχία της κραυγής στα υψηλά ντεσιμπέλ γίνεται ψίθυρος και σιωπή.

Οι ομιλίες δεν βγαίνουν από μόνες τους. Υπάρχουν υποκείμενα. Άλλα παλεύουν να καταλάβουν τι συμβαίνει, ενώ κάποια άλλα βιάζονται να μιλήσουν για το νέο πλάσμα που γεννιέται. Αλλά αφού δεν το έχουν δει, πως μπορούν να μιλάνε για αυτό; Τα περισσότερα υποκείμενα ψάχνουν να βρουν πως έφτασαν εδώ, μέσα σε αυτόν τον κόσμο που διαλύεται – δεν γκρεμίζεται – και μετρούν απώλειες. Η ήττα και η απόγνωση ως παρονομαστής. Απόγνωση για όλες εκείνες τις μικρές και τις μεγάλες δυνατότητες που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, για όλες τις μικρές και τις μεγάλες ήττες που έχει η καθημερινότητα μέσα στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Μεγεθυμένες μέσα από το μεγεθυντικό φακό του καλλιτεχνικού και του προσωπικού δράματος.

Η απογοήτευση γεννά την παράλογη ελπίδα, ετερονομικά, την εξέγερση. Εκεί στον πάτο του βαρελιού, στο ημίφως φωτίζονται με λάμψη τα μάτια τους, είναι η λάμψη που έχουν τα μάτια όσων ανθρώπων εξεγείρονται φαντασιακά ή υλικά. Ή εκείνων που μέσα στην τρέλα τους, ή έμπλεοι/ες στον πυρετό, έχουν ξεχάσει εντελώς όσα συμβαίνουν γύρω τους. Έτσι, πασχίζουν να συναντηθούν μεταξύ τους, ψηλαφιστά, με ιδεώδες τις κοινότητες, ή προσεγγίζοντας το πλήθος που εξεγείρεται, είτε γιατί φοβούνται τους εαυτούς τους, την τρέλα τους και το σκοτάδι, είτε για να καταλάβουν τους εαυτούς τους μέσω των άλλων, είτε για να καταλάβουν εκείνο που έρχεται, είτε γιατί η εξέγερση είναι μια στιγμή γυμνής ζωής. Είτε απλώς, γιατί η συνύπαρξη και η ρήξη είναι όψεις του (όχι και τόσο) νέου (τελικά) κόσμου.

* Ποιητής, δοκιμιογράφος, ανθολόγος, Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πατρών

Ναταλία Καραγιάννη: «Κροτίδα»

Ναταλία Καραγιάννη*

 

Κροτίδα

 

Στο πλαίσιο της ποίησης, αφού η ποίηση είναι ταυτόχρονα ελευθερία και πλαίσιο, δηλαδή όριο, η μόνη δυνατή εξέγερση για μένα έχει να κάνει με τη γλώσσα. Με άλλα λόγια, αφού τυχαίνει να είναι ασφυκτικός ο περιορισμός των τριακοσίων λέξεων που μας δίνεται, ασφυκτική η πρόσκληση να εκφραστούμε κάπως (‘δοκιμιακά’) και όχι αλλιώς (‘λογοτεχνικά’), η εξέγερση μες στην ελληνόφωνη ποίηση, αν παρατηρείται, δεν έχει απολύτως τίποτα να κάνει με τα 

κίτρινα γιλέκα στη Γαλλία ή την κατατρεγμένη ζωή των Μαύρων στις ΗΠΑ. Είναι προφανές, νομίζω, πως δεν (μας;) συμβαίνει το άλμα από το ατομικό στο συλλογικό, αντιθέτως με ό,τι πρότασσε ο Καμύ. Και κρίμα, ίσως, αλλά χωρίς καμία μελαγχολία. Επειδή η ελληνόφωνη ποίηση διέπεται από βαθύ μικροαστισμό και πρόκειται για αποικιοκρατούμενη ποίηση, γενικώς – δηλαδή με λίγες εξαιρέσεις. Το να γράφεις ώστε να αρέσεις στο τάδε κοινό είναι μικροαστικό, δηλαδή βαθιά συντηρητικό – ακόμα κι αν το κοινό σου είναι ελαφρώς πλατύτερο από τους φίλους σου. Το να γράφεις ξεπατικώνοντας λίγο ή πολύ την αγγλοσαξωνική, γερμανική ή γαλλική Χ ή Ψ παράδοση ή τον Μέγα Έλληνα Νομπελίστα ως άλλος Ιζνογκούντ είναι αποικιοκρατούμενο. Μόνο λίγη εξέργερση χωράει, αν και ακριβώς εκεί χωράει, αφού τίποτα δεν είναι μονόδρομος και η ελευθερία κατακτιέται μέσω των άλλων.

Η μόνη δυνατή εξέγερση απευθύνεται στη γλώσσα και στη συνείδηση των ιεραρχιών που κουβαλάει, δηλαδή στη φόρμα. Εφευρέσεις, νεολογισμοί, βορβορυγμοί πάσης φύσης, αντιμπαμπινιωτικά αλιτερέισιονς, κρούσματα καμπάνων και ανατριχιαστικά ίχνη φρένων είναι πράγματα που συμβάλλουν στο αναποδογύρισμα. Σε κάποιο βαθμό. Υπάρχουν πιο ριζικές λύσεις, δεν έχουν όλες την ίδια ένταση στο άμεσο αποτύπωμά τους, όμως θα ήθελε κανείς να εμπιστευτεί το βάθος χρόνου. Οι πιο ενδιαφέρουσες από αυτές που εγώ, ως αναγνώστρια, συναντώ επιστρέφουν αενάως στην τρελή γλώσσα, στην τρέλα μέσα της – μιλώ για γραφές που έχουν το κουράγιο να χάσουν τον ποιητή από τα μάτια τους, να χάσουν, δηλαδή, το υποκείμενό τους, την περίφημη ‘φωνή’, να παίξουν με όλα τα υλικά που δεν προσφέρονται, να χωθούν σε όλες τις ανύπαρκτες πτυχές, να δημιουργήσουν γωνίες μες στα κοίλα μέρη. Δεν παραδοξολογώ. Εφεύρεση της γλώσσας είναι η ποίηση, αυτή είναι όλη κι όλη η εξέγερση μέσα της, όλο κι όλο το μεγαλείο της. Μια τελευταία λύση είναι η εξαφάνιση από την ίδια τη γλώσσα.

 

*  Πειραματίζεται σε διάφορα ιδιώματα, από πολιτική θεωρία ως ζωγραφική. To τελευταίο δημοσιευμένο βιβλίο της είναι η Αποικία (Άγρα, 2018).

 

Γιώργος Αναγνώστου: «Ρήξεις σε κανονιστικά αφηγήματα»

Γιώργος Αναγνώστου*

 

Ρήξεις σε κανονιστικά αφηγήματα

 

 

Η πρόσκληση εκ μέρους της Έδρας Κ.Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν με προσανατολίζει προς μια προσωπική αποτίμηση ενός παραδείγματος ρήξης που επιχειρώ εδώ και χρόνια ως δίγλωσσος συγγραφέας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για μια ρήξη που επιτελείται ενάντια σε κανονιστικά αφηγήματα τα οποία ακυρώνουν την εσωτερική ετερογένεια της συλλογικότητας που συχνά αποκαλείται διασπορά.  Αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ σκέψεις και βασικές επισημάνσεις που αποκόμισα από αυτήν την συνεχή επί δύο δεκαετίες πρακτική ρήξης.

Η συγκεκριμένη ρήξη εκφράζεται μέσω δύο τρόπων γραφής. Ο πρώτος αφορά την πανεπιστημιακή γραφή και πηγάζει από το πολιτικό ήθος της ασυμβίβαστης καταπολέμησης κάθε εξουσίας που προωθεί τα ηγεμονικά της συμφέροντα μέσω μεθόδων σίγησης των αντιπάλων. Το πεδίο στο οποίο εξασκώ αυτήν την κριτική παρέμβαση είναι η «Ελληνική Αμερική» (Greek America), και ο πολιτικός όρος «παρρησία» ως «ελευθερία έκφρασης» και αλήθειας αποδίδει τον τρόπο ρήξης.1 Το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο εξασκώ αυτήν την πρακτική είναι το πανεπιστήμιο το οποίο υποστηρίζει τον ανοικτό κριτικό λόγο.

Αυτός ο τρόπος ρήξης συνεχίζει να μου υπενθυμίζει την δύναμη της εξουσίας να εκτοπίζει ετερόδοξες ιδέες, ιδιαίτερα όταν αυτές εκφράζονται σε μεγέθη μικρής κλίμακας. Αυτή η κατάσταση με ωθεί προς δύο κατευθύνσεις: (α) συνέχιση της παρεμβατικής γραφής με στόχο όχι την άμεση ανατροπή της ορθοδοξίας αλλά ως πεισματική πράξη καλλιέργειας και ενδυνάμωσης χώρων φιλόξενων στην ετεροδοξία· και (β) την αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων μετρίασης του επικρατούντος συστήματος.

Ο δεύτερος τρόπος ρήξης μου με κανονιστικά αφηγήματα μέσω γραφής αφορά δίγλωσσα, ενίοτε παιγνιώδη, ποιητικά πειράματα. Αντί για απευθείας συγκρουσιακή κριτική αυτός ο τρόπος δημιουργεί έναν πολιτιστικό χώρο στον οποίο επιτελείται μια παραγκωνισμένη θεώρηση της διασποράς: αυτής του μείγματος πολιτισμικών εκφράσεων, διάσχισης γλωσσικών συνόρων, ποιητικής δυνατότητας της διγλωσσίας, καθώς και της εσωτερικής πολλαπλότητας του διασπορικού υποκειμένου.

Αυτό που αποκόμισα από αυτήν την πρακτική είναι η ύψιστη σημασία μιας θεωρητικά αναπτυγμένης λογοτεχνικής κριτικής και στην Ελλάδα και στην διασπορά η οποία να είναι σε θέση να εμπλακεί δημιουργικά με εκφράσεις διασποράς οι οποίες ανοίγουν μονοπάτια πέρα από τα πε(ρ)πατημένα. Ο ρόλος της κριτικής κοινότητας στην διάχυση καινοτόμων ιδεών τόσο στις αίθουσες διδασκαλίες όσο και γενικότερα στην δημόσια σφαίρα είναι ζωτικός.

Επομένως, για την δημόσια κυκλοφορία των ρήξεων που προανέφερα δεν περιορίζομαι στην χρήση επιστημονικών και λογοτεχνικών δημοσιευμάτων. Τις εκφράζω––«μεταφράζω» αν θέλετε––σε δημοσιογραφικά άρθρα, διδασκαλία, δημοσιεύσεις σε μη πανεπιστημιακά φόρουμ, μπλογκ, καθώς και συνεργασίες με συναδέλφους στις εθνοτικές και διασπορικές σπουδές. Μία παράλληλη δράση αποτελεί και η επιμέλεια ενός εκλεκτικού διαδικτυακού περιοδικού––Ergon: Greek American Arts and Letters––φιλόξενου σε λόγους ρήξεων και εξορύξεων απαγορευμένων ιδεών.

Συμπερασματικά, η κεντρική ιδέα είναι ότι η ρήξη μέσω γραφής με πολιτισμικές εξουσίες στην διασπορά ενδυναμώνεται μέσω του αντίστοιχου παρεμβατικού λόγου πανεπιστημιακών και ποιητών που ζουν και δρουν στην Ελλάδα στα πλαίσια πλέον μια διεθνικής συλλογικότητας που μάχεται τον κανονιστικό έλεγχο της ελληνικής ταυτότητας παντού.

1. Μichel Foucault, The Government of Self and Others: Lectures at the College de France 1982-1983 (2010), edited by Frederic Gros, trans. by Graham Burchell, Palgrave Macmillan.

*  Καθηγητής της Έδρας Μιλτιάδη Μαρινάκη για την Νεοελληνική Γλώσσα και τον Πολιτισμό στο Νεοελληνικό Πρόγραμμα του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο, συγγραφέας και επιμελητής/εκδότης.        

Ελένη Τζατζιμάκη: «Εξέγερση στην εξέγερση»

Ελένη Τζατζιμάκη*

 

Εξέγερση στην εξέγερση

 

Εξ ορισμού, η έννοια της εξέγερσης συνδέεται με εκείνη της ρήξης. Της διαρραγής, δηλαδή, της σχέσης ανάμεσα στο σύγχρονο άνθρωπο με τα  πολιτισμικά ή πολιτικά παραδεδεγμένα της εποχής του, προϊόντα κι εκείνα προηγούμενων εποχών. Μέσα στην αέναη σκυταλοδρομία των γενεών,  πορευόμαστε από το μύθο της μιας εποχής σε μια καινούρια, άγνωστη - τη δικιά μας.

Και πρέπει να διαλέξουμε.

Καθετί που συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο, συμβαίνει ταυτόχρονα και ως αίτιο και ως συνέπεια. Ο άνθρωπος διέρχεται ταυτόχρονα αυτούς τους δύο πόλους της κυρίαρχής ερμηνευτικής διαδρομής της «λογικής» της ζωής, και είναι αναγκασμένος, συνεπώς, την ίδια στιγμή που αναγνωρίζει τα αίτια των παθημάτων του, να μπορεί, αφού θα έχει προβλέψει και τις συνέπειες, να διαλέξει και τη σωστή λύση. Κι όλα αυτά, ενώ η ζωή συμβαίνει και τον τραβάει απ’ το μανίκι για τα μικρά και τα μεγάλα της.

Έτσι, για κάποιους, το παρελθόν αποτελεί καταφύγιο. Αποτελεί, ίσως, την αποθήκη εκείνων των χρυσών κλειδιών που τώρα ξέρουμε ότι κάποτε άνοιξαν πόρτες στην πρόοδο, στην αποκατάσταση των ταξικών ανισοτήτων, στην ελευθερία, στην ισονομία - στην ίδια τη δημοκρατία εν τέλει που, ως επιλογή, κατέληγε πάντα μονόδρομος. Όσα μεγάλα και μικρά γίναν στη λαϊκή ιστορία της ανθρωπότητας άφησαν πίσω τους πετραδάκια τοποθετημένα έκαστο κι από ένα χέρι ανθρώπου που αφουγκράστηκε τη χρησιμότητα τού να παλεύεις για όλους, ακόμη και γι’ αυτούς που δε θα γνωρίσεις ποτέ.

Κι έτσι, απ’ την ταπείνωση των απλών ανθρώπων γεννήθηκαν τα υψηλά  και μεγαλόφωνα αφηγήματα  συλλήβδην του αριστερού προοδευτικού χώρου και των επιμέρους εκφράσεών του, που, όσο κι αν ενδύονται την αχλή του μάγου χρόνου που πάντα μπορεί και εξωραϊζει τα, σίγουρα υπαρκτά, και πάθη και λάθη της αριστεράς κατά τον 20ο αι., ωστόσο δεν παύουν να κυοφορούν πάντοτε μέσα τους εκείνο το μωρό που πάντα περιμένει να γεννηθεί:  τη δικαιοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους.

Ανάμεσα στις τάξεις, στα φύλα, στις φυλές, στους πολιτισμούς - η δικαιοσύνη είναι ένα και κοινό  αίτημα με πολλά πρόσωπα.

Το πρόβλημα με την εξέγερση και σήμερα και πάντα είναι ο αυτοπροσδιορισμός της ή καλύτερα, οι πολλαπλές ερμηνείες της: για να καταρρίψεις κάτι πρέπει, με αποδεικτικούς συλλογισμούς, να έχεις αναγνωρίσει εκείνα τα επιμέρους συστατικά που το καθιστούν ακατάλληλο και όχι απλώς να ζητάς το αντίθετό του. Η απόρριψη ως οργή ή ως μόδα σίγουρα έχει ενδιαφέρον λόγω της κοινωνικής ζωηρότητας που προκαλεί, εξάπτοντας  την επιθυμία του ανθρώπου να ανοίξει μια πόρτα καινούρια - όμως, αυτή η πόρτα δεν υπάρχει πουθενά στο δωμάτιο. Κι έτσι, με δυνατούς πλην μάταιους κραδασμούς, η εξέγερση ως αποτέλεσμα μιας ανολοκλήρωτης ερμηνείας που πάσχει  αυτοκριτικής οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα που είναι το πισωγύρισμα ή, ακόμη  χειρότερα, το απολιτίκ.

Πιστεύω, όμως, ότι η εξέγερση είναι πάντα ένα σχήμα ανοιχτό και ναι, ένα αίτημα επείγον. Οφείλει, όμως, πρώτα, να εξεγερθεί η ίδια εναντίον του κακού εαυτού της που δεν είναι άλλος από την προχειρότητα με την οποία αυτοοριοθετείται στον ιδεολογικό χυλό των ημερών μας.

Παραμένω αισιόδοξη, όμως, διότι η ιστορία έχει δείξει ότι πάντα, τον τελικό λόγο, πέρα και πάνω από μας, τον έχει η ανατροπή.

Φιλόλογος, ποιήτρια, τραγουδίστρια

Σαμσών Ρακάς: «Η εξέγερση είναι ένα ον με μάτια θύελλας»

 

Σαμσών Ρακάς*

 

Η εξέγερση είναι ένα ον με μάτια θύελλας

 

Η εξέγερση, ούσα κραυγαλέα και δεινή ως κάτοχος μιας άλογης υπερσυνείδησης, πράττει μονάχα την εξάτμισή της από τις συμβάσεις του χρόνου -και μάλιστα άλεκτα. Τα εξεγερμένα μέλη της εισδύουν στην κοινωνική ταραχή γιατί κάτι διαισθάνονται μόνο, μια λανθάνουσα ροπή στην καλλιτεχνία του χάους, ή ας πούμε μια ηδονική θεολογία αντάξια ενός γνόφου της αγνωσίας. Όταν το μέλος εξέλθει από το γεγονός, δεν μπορεί πια να το υπερασπιστεί, αμύνεται, αναζητά τις κοινωνικές αφορμές που το προκάλεσαν, παλεύει με έλλογα επιχειρήματα και αστειότητες, αδύναμο παντελώς να παραδεχτεί την διαιώνια χαρά της ανομίας, το μόνο κριτήριο υψηλού βιώματος.

Με λίγα λόγια, η εξέγερση έχει πάντα δίκιο. Ο εξεγερμένος ποτέ.

Δεν εννοώ κάτι περισσότερο από αυτό: την εξέγερση μην την κλαις και μην την μιλάς πολύ, γιατί είναι ένα ον με μάτια θύελλας που έρχεται ακάλεστο και ραπίζει, προκαλώντας όπου γης μια στιγμιαία ιεροφάνεια, ικανή να καταδείξει πως τέλεια κοινωνία δεν θα υπάρξει ποτέ, υπέρτατο πολίτευμα δεν πρόκειται επ’ ουδενί να γεννηθεί, δικαστική εξουσία ουδέποτε θα στραφεί υπέρ του ανίσχυρου, κανένα κοινωνικό συμβόλαιο δεν θα πάψει να τρέφεται από το τραύμα, πάντα το αλισβερίσι μεταξύ της εκάστοτε πλειοψηφίας και μειοψηφίας θα συντηρεί τις νέες πειθαρχήσεις, τις νέες κοινές γνώμες, τη μιζέρια των νέων φλογερών debates, όλα αυτά θα συμβαίνουν και θα αναπαράγονται δια του ομαδικού βιασμού στις Μούσες του Ιλισσού, όσο η έννοια της αυτονομίας δεν έρθει να φωτίσει τα μέλλοντά μας.

Μην χαίρεσαι. Δεν πρόκειται για ουτοπία μακρινή κι αγέννητη. Η ενικότητα του ρεμβασμού ουρλιάζει μέσα μας σαν πεινασμένο ψυχάριο. Ήδη μπορούμε να γευτούμε υπόγεια τις εκλάμψεις της αυθυπαρξίας μας. Εις το όνομα ενός επικίνδυνου ρομαντισμού μπορούμε και πράττουμε την επαναμάγευση εδώ και τώρα. Εφευρίσκουμε τον ποιητικό χρόνο που δεν ρέει αλλά διασκορπίζεται. Βλέμματα ανεπίκαιρα καθώς βαδίζουμε χέρι με χέρι σε μια κατηφόρα που δεν κατεβαίνει. Αστικός βουκολισμός ενάντια στον αλγόριθμο. Συναίσθηματα αντινέτφλιξ. Ζωή χωρίς μεσολαβητές δακρύων και μεσάζοντες αδρεναλίνης. Ιδιοπρόσωποι και ουρανομανείς, να δίνουμε όρκους πάνω στους στίχους που χαράχτηκαν στον τάφο του Ομήρου:

«Βλέπεις πώς κατακόκκινη η δύση είναι κει κάτου;
Προβάλλ' η νύχτα σαν αετός που ανάψαν τα φτερά του».

Δεν εννοώ κάτι περισσότερο από αυτό: είμαστε άξιοι της νύχτας που αντικρίζουμε, κι εδώ δεν χωράνε άλλοθι και «θάνατος στ' αφεντικά» και «φονιάδες των λαών αμερικάνοι».

* Ποιητής, εκδότης, Ιδρυτής του Ρομαντικού Πανεπιστημίου Αθήνας

Λένια Ζαφειροπούλου: «Το πρωτόγονο όπλο της Επανάστασης»

Λένια Ζαφειροπούλου*

 

Το πρωτόγονο όπλο της Επανάστασης

 

Με αφορμή αυτή εδώ την πρόσκληση, ξανασκέφτομαι πόσοι μου έχουν μιλήσει για
αγανάκτηση και εξέγερση στους στίχους μου, χωρίς εγώ να έχω συνειδητά προγραμματίσει αυτές τις συνηχήσεις. Καταλυτική υπήρξε για τη δική μου πορεία η φοιτητική ζωή σε δυο μεγάλες μητροπόλεις της Βόρειας Ευρώπης. Ως σπουδαστής σε ξένες χώρες είσαι ένας σιωπηλός πολίτης. Λούζεσαι τον καταρράκτη των νέων εμπειριών κι όσο περνά ο καιρός βλέπεις μέσα απ’ τη ροή με όλο και περισσότερη διαύγεια. Εκεί στο κατώφλι ανάμεσα στη μαθητεία και στο επάγγελμα, άρχισα να παρακολουθώ έκπληκτη αντιφάσεις στην ίδια μου τη σκέψη. Ο καιρός μου με άφηνε γενναιόδωρα να αναπτύξω ένα ελεύθερο εγώ, είχα κάθε άδεια να το κάνω όσο υπερτροφικό επιθυμούσα. Οι ανεξάρτητες, ελεύθερες επιλογές σε όλα τα πεδία και το κυνήγι των ονείρων έμοιαζαν ιερά. Όμως η δυνατότητα της αυτοπραγμάτωσης έφερνε και την καταναγκαστική λατρεία της, τον σεβασμό για τη σκληρή ιεραρχία του επαγγέλματος, για τους επιτυχημένους του κλάδου. Πάνω από την υποτιθέμενη πλήρη ελευθερία κινήσεων και τον έξαλλο ατομικισμό, απλωνόταν ακόμα ένας αυστηρά ιεραρχικός χάρτης. Με τρόμο έπιανα κάθε τόσο τον εαυτό μου να κινείται με βάση την άτεγκτη γεωγραφία του. Ήταν φανερό: η Δύση του αδούλωτου εγώ παρέμενε απαράλλακτη η Δύση του κύρους και της κοινωνικής επιτυχίας. Και η αντίφαση μεγάλωνε μέσα μας.

Ο καιρός μας, μας ανέτρεφε φίλους της ισότητας, και την ίδια στιγμή συνέχιζε να οχυρώνεται και να υπεραίρεται ως φρούριο απέναντί μας. Μας προέτρεπε προς τις άπειρες ευκαιρίες και δυνατότητες, απαιτώντας μαζί και συμμόρφωση προς τη μετα-αποικιακή του νοοτροπία που συνέχιζε να φτιάχνει ένα χρηματιστήριο από τις χώρες, τις καταγωγές, τις ασχολίες μας, ακόμα κι από τους τόπους διαμονής στις επικεφαλίδες των βιογραφικών μας σημειωμάτων. Η εξέγερση στα γραπτά μου προέκυψε αυτόματα, μια και η αντίφαση κι ο καταναγκασμός είχαν συνυφανθεί με την ίδια μου τη σκέψη. Έτσι πριν καν εξεγερθώ ενάντια στη σκληρή μου μητέρα, τη Δύση, χρειάστηκε να εξεγερθώ κατά του διπλού εαυτού μου. Εκείνος ήταν που έτεινε συχνά σε αντίθετους πόλους, ξεσκίζοντας τη σκέψη και το αίσθημά του: τον έπιανα να τείνει και προς το γκρέμισμα των ειδώλων και την ελεύθερη περιπλάνηση ― και προς την ασφαλή εγκατάσταση στους πρόποδες του υψηλού φρουρίου: τη γεμάτη θαυμασμό ενατένιση προς τις υψηλές επάλξεις. Ενάντια σ’ αυτόν τον διπλό ή και πολλαπλό εαυτό που ίσως να ’ναι , η Λεγεών, τα δαιμόνια του σήμερα, νιώθω ότι αξίζει και οφείλει να εξεγείρεται ο σημερινός άνθρωπος της τέχνης κι ας μην πετύχει ποτέ την όντως επανάσταση.

Η εξέγερση όπως λέει και τούτη η προκήρυξη, είναι κάτι εκρηκτικό. Δεν γκρεμίζει απαραίτητα τους πόλους ανάμεσα στους οποίους εκρήγνυται, ούτε χτίζει απαραίτητα κάτι στη θέση τους. Ας κάνουμε μια ειρωνική υπόθεση: Αν απαρνούμασταν το επεκτατικό, κατακτητικό δυτικό εγώ. Αν απορρίπταμε τους μικρούς και μεγάλους ρόλους στο casting της αυτοπραγμάτωσης, τους ρόλους του δουλοπαροίκου ή του πολιορκητή ή του τυχερού πολίτη του μεγάλου φρουρίου. Τότε αυτό θα ήταν η όντως Επανάσταση. Κι η τέχνη, το πρώτο και πρωτόγονο επαναστατικό όπλο, αχρείαστη πια, θα ‘μπαινε στο μουσείο της νέας Εδέμ: ενθύμιο απ’ τον παλιό καιρό του απολεσθέντος παραδείσου.

* Ποιήτρια, μεταφράστρια, λυρική τραγουδίστρια

Θανάσης Γαλανάκης: «Ἐξέγερσης μαμπέτι»

Θανάσης Γαλανάκης*

 

 

Ἐξέγερσης μαμπέτι

 

 

Μπορεῖ κανεὶς νὰ σκεφτεῖ πολλά. Μπορεῖ, ἀκόμα τουλαχιστον, νὰ πεῖ πολλά. Σὲ κάποιες περιπτώσεις μπορεῖ καὶ νὰ κάνει πολλά. Ὡστόσο, ὅ,τι κι’ ἂν σκεφτεῖ, πεῖ ἢ κάνει, αὐτὸ ποὺ πάντοτε ἔχει καταστατικὴ σημασία εἶναι τὸ σημεῖο ἐκκίνησής του. Κι’ ὡς «σημεῖο ἐκκίνησης» δὲν πρέπει νὰ λογίζεται ἡ ἀφορμὴ κάθε σκέψης, λόγου ἢ πράξης, ἀλλὰ ἡ βαθεία δομὴ ὅλων αὐτῶν: ἡ θέση, ἡ στάση, ἡ ἀπόφαση.

Λίγη σημασία ἔχει νὰ ὁριστεῖ ὁ χαρακτήρας τῆς ἐξέγερσης ἢ τὸ ποιοτικό της ἀποτύπωμα στὸν χωροχρόνο. Εἴτε ἀμφισβητεῖ τὴ συγχρονία μὲ τὰ ὅπλα τῆς τελευταίας, εἴτε ἐλέγχει τὴν παράδοση ἀπέναντι στὸ καινούργιο (ποὺ στανικὰ λογίζεται ὡς ὀρθό), εἴτε ἀποδομεῖ τὴν παράδοση μὲ ἀπαρχαιωμένα ἐργαλεῖα ποὺ κάποτε ὑπῆρξαν πράγματι μοντέρνα, ἡ ἐξέγερση εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα μιὰ θέση, μιὰ στάση, μιὰ ἀπόφαση.

Συζητήσεις περὶ τοῦ ποιοί θὰ τὴ στελεχώσουν, ἢ ποιά ἀτζέντα θὰ ἐξυπηρετηθεῖ, ἢ πῶς θὰ ὀργανωθεῖ ἡ κοινότητα καὶ οἱ συλλογικότητές της, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν κλυδωνιστοῦν ἀπ’ τὸν ἀντίκτυπό της, εἶναι διδακτισμοὶ ποὺ λειτουργοῦν σὰν τὶς σακοῦλες μὲ τὰ μπάζα στὶς ὄχθες τῶν ποταμῶν· ἐνῷ ἀρχικὰ ἐπιτυγχάνουν τὴν ἐκτροπὴ προκαλῶντας ἀνακούφιση, ἀργὰ ἢ γρήγορα καταρρέουν, δημιουργῶντας παραποτάμους, χειμάρρους καὶ ρέματα. Αὐτὸ ποὺ ὠφελεῖ, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀναλογιστεῖ κανεὶς ἕνα καὶ μόνο πράγμα, κι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὶς βαθύτερα ἀναγκαῖες προϋποθέσεις τῆς ἐξέγερσης.

Ἀτομικὴ ἢ συλλογική, ἀστικὴ ἢ ἐργατικὴ, θεσμικὰ πολιτιστικὴ ἢ λαϊκὴ κι’ “ἀπὸ τὰ κάτω”, ἡ ἐξέγερση καλεῖται ν’ ἀπαντήσει σὲ ἕνα δίλημμα: «Ὅλα ἢ τἰποτα», δημιουργῶντας ὑποχρεώσεις στὸ ὑποκείμενο ποὺ τὴν κινεῖ, οἱ ὁποῖες δὲν χωρᾶνε βολικοὺς συμβιβασμοὺς ἢ ὑπαναχωρήσεις. Ὁ γνήσια ἐξεγερμένος ὀφείλει νὰ γνωρίζει ὅτι πιθανότατα στὸ τέλος θὰ μείνει μόνος. Ὀφείλει, λοιπόν, νὰ λέει «ὄχι». Ὀφείλει νὰ ἀρνεῖται τὴ σιωπὴ ὡς στάση, ἰδιαίτερα ὅταν βρίσκεται ἀπέναντι σὲ ὅ,τι προσβάλλει τὴν κοσμοαντίληψή του. Ὀφείλει νὰ μένει ἀνυποχώρητος μπροστὰ σὲ ὁποιαδήποτε ἔκπτωση (ἠθική, ποιοτική, κ.λπ.), ἀρνούμενος νὰ ἀκολουθήσει τὸν δρόμο μιᾶς ἀπόφασης ποὺ θὰ κλονίσει τὴν “ὀρθοστασία” του. Ὀφείλει νὰ ἀπορρίψει τὴ συνεργασία τοῦ φαύλου, τοῦ πονηροῦ, τοῦ ὑστερόβουλου, ἀκόμα κι’ ἂν ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα. Ὀφείλει τὴν ἀπροϋπόθετη ἀφοσίωση σὲ αὐτὸ ποὺ ἐκλήθη νὰ ὑπερασπιστεῖ, εἴτε αὐτὸ λέγεται ἰδεολογία, εἴτε λέγεται πολιτισμός, εἴτε ποίηση, εἴτε ἀντιεμπορικὲς πλέον κατηγορίες ὅπως θρησκεία, πατρίδα, τάξη κ.λπ. Κι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ὀφείλει πρῶτα-πρῶτα στὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, διότι «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν».

Προτοῦ, ἑπομένως, ἐπιλέξει κανεὶς γιὰ τί θὰ ἀγωνιστεῖ καὶ θὰ ἐξεγερθεῖ, ἢ μὲ ποιούς, πότε, πῶς κ.τ.λ., κρίνεται σκόπιμη ἕως ἀναγκαία ἡ ἀπάντηση στὰ ἐρώτηματα: «Ἕως ποῦ δύναμαι νὰ φτάσω;» καὶ «Τί σκοπεύω νὰ θυσιάσω;»· ἀναλυτικὲς περιγραφὲς τοῦ «Ὅλα ἢ τίποτα». Ἂν ἡ ἀναμέτρηση μπροστὰ στὸν καθρέφτη δὲν καταλήγει στὰ ἄκρα τοῦ διλήμματος (στὴν ὁλοσχερῆ ἐπικράτηση ἢ στὴν ἀνεπίστρεπτη συντριβή), τότε στὸ ὑποκείμενο δὲν ταιριάζει ὁ ρόλος τοῦ ἐξεγερμένου, παρὰ ἡ κομ-ιλ-φὼ ἐκδοχή του: ἑνὸς νευρόσπαστου ποὺ πλάθει μιὰ δημόσια εἰκόνα-πυροτέχνημα – πουλάει, θαμπώνει, τρώει ἥσυχο ψωμί καὶ μετρᾶ θετικὲς ψήφους στὴ θλιβερὴ ἐπαρχιωτική μας ἐμποροπανήγυρη.

Ἠ ἐξέγερση στραγγαλίζει τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐπιβολή, κόβει τὸν ὀμφάλιο λῶρο μὲ τὴ μήτρα ποὺ ταΐζει ὑποπροϊόντα, βάζει φωτιὰ στὴ βιτρίνα τοῦ σοῦπερ-μάρκετ μὲ τὰ μοδάτα συνολάκια τοῦ συρμοῦ.  Ἡ ἐξέγερση κοστίζει.

* Συγγραφέας